Ακούγοντας τις αισθήσεις μας

Όλοι μας επιθυμούμε την πληρότητα. Θέλουμε να είμαστε ολόκληροι, ενοποιημένοι, θέλουμε να έχουμε την αίσθηση της πληρότητας και να απολαμβάνουμε γαλήνη στη ζωή μας. Προσπαθούμε να βρούμε το δρόμο προς της ολότητα μέσω της σκέψης μας, όμως δεν τα καταφέρνουμε. Χρειαζόμαστε κάποιον άλλο τρόπο.

Ας υποθέσουμε ότι κάνουμε ορειβασία στα βουνά και καθόμαστε δίπλα σ’ ένα ρέμα. Τι θα σήμαινε να είμαστε «πλήρεις», «ολόκληροι», αυτή τη στιγμή;

Ερ: Θα σήμαινε να αισθάνομαι τον αέρα στην επιδερμίδα μου και να ακούω τους ήχους.

Απ: Ναι…

Ερ: Να σκέφτομαι σχετικά μ’ εμένα.

Απ: Όταν σκεφτόμαστε για μας, διαχωρίζουμε τον εαυτό μας από την εμπειρία μας, παύουμε να είμαστε ολόκληροι.

Ερ: Να αισθάνομαι ότι κάθομαι πάνω στο έδαφος, ερχόμενος σε επαφή με τα φύλλα και το χώμα. Να παρατηρώ τον εαυτό μου ότι σκέφτεται για μένα.

Απ: Ναι, αυτό είναι επίγνωση.

Ερ: Να βλέπω το ρέμα, να μυρίζω τις φυσικές μυρωδιές της γης, να αισθάνομαι τον ήλιο στην πλάτη μου.

Απ: Ναι, αυτά είναι επίσης μέρος της εμπειρίας.

Ερ: Να αισθάνομαι εκείνα που δεν είναι παρόντα. Για παράδειγμα, όταν βρίσκομαι σ’ ένα ειρηνικό μέρος μπορεί να αισθάνομαι την απουσία του πόνου. Πρόκειται για ένα καλό αίσθημα: δεν υπάρχει πόνος.

Απ: Αυτό είναι ένα είδος σκέψης που μας παίρνει μακριά από την επίγνωση ή την ολότητα. Δεν υπάρχει κάποιο λάθος σ’ αυτό, απλά είναι κάτι το περιττό. Είναι σαν να απολαμβάνετε ένα υπέροχο ηλιοβασίλεμα, και να πείτε, «Α, αυτό είναι ένα υπέροχο ηλιοβασίλεμα!» Στην περίπτωση αυτή, έχουμε ελαφρώς μετακινηθεί.

Ερ: Όταν κάθομαι δίπλα σ’ ένα ρυάκι, μερικές φορές φαίνεται σαν να μπορώ να αισθανθώ το ρυάκι μέσα στο σώμα μου.

Απ: Μπορεί να μην μιλάς για κάποια αίσθηση, αλλά για μια πολύ λεπτή σκέψη, από εκείνες που κάνουν τους ανθρώπους να γράφουν βιβλία για το πώς είναι να είσαι μέσ’ τη φύση.

Αν απλά καθόμαστε δίπλα στο ρυάκι και αισθανόμαστε ότι υπάρχει εκεί για να το αισθανθούμε, δεν είναι κάτι το συγκλονιστικό: απλά καθόμαστε εκεί. Ας υποθέσουμε, ωστόσο, ότι αρχίζουμε να σκεφτόμαστε για τα προβλήματα μας στη ζωή. Σιγά-σιγά, χανόμαστε μέσα στις σκέψεις μας, σκεφτόμενοι προσεκτικά πώς αισθανόμαστε για τα προβλήματα μας και τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτά – και ξαφνικά έχουμε ξεχάσει οτιδήποτε αισθανόμασταν μόλις λίγο πριν. Δεν βλέπουμε πια το νερό, δεν μυρίζουμε τις μυρουδιές του δάσους, δεν αισθανόμαστε το σώμα μας. Οι αισθήσεις έχουνε φύγει. Έχουμε θυσιάσει τη ζωή μας αυτή τη στιγμή, προκειμένου να σκεφτούμε για πράγματα που δεν είναι ούτε παρόντα ούτε αληθινά, που δεν βρίσκονται εδώ και τώρα.

Χωρίς επίγνωση των αισθήσεων μας, δεν είμαστε εντελώς ζωντανοί. Η ζωή είναι για τους περισσότερους ανθρώπους μη ικανοποιητική, γιατί απουσιάζουν από την εμπειρία τους τον περισσότερο καιρό. Αν έχουμε ασχοληθεί με τον διαλογισμό για αρκετά χρόνια, το κάνουμε κάπως λιγότερο. Ωστόσο, δεν ξέρω κανέναν που να είναι ολοκληρωτικά παρών συνεχώς.

Μοιάζουμε με το ψάρι που κολυμπά αναζητώντας τον μεγάλο ωκεανό της ζωής, αγνοώντας το άμεσο περιβάλλον του. Σαν το ψάρι, αναρωτιόμαστε για το νόημα της ζωής, αγνοώντας το νερό δίπλα μας και τον ωκεανό μέσα στον οποίο βρισκόμαστε. Το ψάρι συνάντησε τελικά έναν δάσκαλο με κατανόηση. Το ψάρι ρώτησε, «Τι είναι ο μεγάλος ωκεανός;» Και ο δάσκαλος απλά γέλασε. Γιατί;

Ερ: Γιατί το ψάρι ήταν ήδη μέσα στον ωκεανό και απλά δεν το συνειδητοποιούσε.

Απ: Ναι. Ο ωκεανός ήταν η ζωή του. Βγάλτε ένα ψάρι απ’ το νερό, και δεν υπάρχει ζωή για το ψάρι. Παρόμοια, αν διαχωριστούμε απ’ τη ζωή μας, η οποία είναι αυτό που βλέπουμε, που ακούμε, που αγγίζουμε, που μυρίζουμε, χάνουμε την επαφή με αυτό που είμαστε.
Η ζωή μας είναι πάντοτε αυτή ακριβώς η ζωή. Τα προσωπικά σχόλια πάνω στη ζωή – όλες οι γνώμες που έχουμε γι’ αυτή – είναι η αιτία των δυσκολιών μας. Δεν θα μπορούσαμε να είμαστε αναστατωμένοι αν ζούσαμε πλήρως τη ζωή μας. Αν ζούσαμε την ακοή μας, την όραση μας, τη γεύση μας, την αίσθηση του σώματος μας, δεν θα αναστατωνόμασταν ποτέ. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Ερ: Γιατί είμαστε στο παρόν.

Απ: Ναι. Δεν μπορούμε να είμαστε αναστατωμένοι παρά μόνο αν ο νους μας φεύγει από το παρόν, σε μη-πραγματικές σκέψεις. Κάθε φορά που είμαστε αναστατωμένοι, είμαστε κυριολεκτικά απόντες. Είμαστε σαν το ψάρι έξω απ’ το νερό. Όταν είμαστε παρόντες, με πλήρη επίγνωση, δεν μπορούμε να έχουμε σκέψεις του τύπου, «Η ζωή είναι τόσο δύσκολη. Δεν έχει κανένα απολύτως νόημα».

Ένας καλός μαθητής αναγνωρίζει όταν έχει παρασυρθεί και επιστρέφει στην άμεση εμπειρία. Μερικές φορές απλά κουνάμε το κεφάλι μας και θεμελιώνουμε ξανά τη ζωή μας στην εμπειρία. Μέσα απ’ αυτή θα προκύψει η κατάλληλη σκέψη, η δράση, και η δημιουργικότητα. Όλα γεννιόνται μέσα στο χώρο της εμπειρίας, αφήνοντας απλά τις αισθήσεις ανοικτές.
Μία από τις αγαπημένες μου 
συμφωνίες του Μπαχ ονομάζεται «Στα Χέρια Σου αναπαύομαι». Παρ’ ότι προέρχεται από τη Χριστιανική παράδοση, η οποία είναι δυϊστική, η συμφωνία αυτή μιλά για το να είναι κανείς γεμάτος παρουσία και προσοχή. Υπάρχει ένα μέρος ανάπαυσης στις ζωές μας, ένα μέρος στο οποίο πρέπει να είμαστε αν θέλουμε να λειτουργούμε καλά. Το μέρος ανάπαυσης – τα χέρια του Θεού, αν θέλετε – είναι απλά εδώ και τώρα: το να βλέπουμε, να αγγίζουμε, να μυρίζουμε, να γευόμαστε τη ζωή μας όπως είναι. Μπορούμε να προσθέσουμε και τη σκέψη στον κατάλογο, αν εννοούμε τη σκέψη ως απλά λειτουργική σκέψη και όχι ως εγω-κεντρική σκέψη βασισμένη στο φόβο και την προσκόλληση. Η λειτουργική σκέψη περιλαμβάνει την αφηρημένη σκέψη, τη δημιουργική σκέψη, και τον σχεδιασμό για ό, τι έχουμε να κάνουμε σήμερα. Πολύ συχνά, ωστόσο, προσθέτουμε τη μη-λειτουργική, εγω-κεντρική σκέψη, η οποία μας δημιουργεί προβλήματα και μας παίρνει από τα χέρια του Θεού.

Μια λειτουργική ζωή στηρίζεται σε έξι πόδια: τις πέντε αισθήσεις συν τη λειτουργική σκέψη. Όταν η ζωή μας στηρίζεται σ’ αυτά τα έξι στηρίγματα, κανένα πρόβλημα και καμιά ανησυχία δεν μας αγγίζει.

Είναι άλλο πράγμα να ακούμε μια ομιλία πάνω σ’ αυτές τις αλήθειες της διδασκαλίας, και άλλο να τις ζούμε. Τη στιγμή που κάτι μας αναστατώσει, πετάμε κατ’ ευθείαν στο κεφάλι μας και προσπαθούμε να το ξεδιαλύνουμε. Προσπαθούμε να ξαναβρούμε την ασφάλεια μας μέσω της σκέψης. Διερωτόμαστε πώς μπορούμε να αλλάξουμε τον εαυτό μας ή κάτι έξω από εμάς – κι έτσι χανόμαστε. Για να μπορέσουμε να εδραιώσουμε τη ζωή μας σε σίγουρη βάση, θα πρέπει να επιστρέφουμε σ’ αυτά τα έξι πόδια της πραγματικότητας, ξανά και ξανά. Αυτή είναι όλη η άσκηση που χρειαζόμαστε. Αν έχω την παραμικρή σκέψη ενόχλησης σχετικά με κάποιον, το πρώτο πράγμα που κάνω είναι όχι να αρχίσω να σκέφτομαι στο μυαλό μου πώς θα διορθώσω την κατάσταση, αλλά να ρωτήσω απλά τον εαυτό μου, «Μπορώ να ακούσω τα αυτοκίνητα στο δρομάκι;» Όταν καταφέρουμε να εδραιώσουμε μία αίσθηση, για παράδειγμα την ακοή, τις εδραιώνουμε όλες, γιατί λειτουργούν όλες τους στο παρόν. Αφού αποκτήσουμε και πάλι επίγνωση, βλέπουμε τι να κάνουμε στη δεδομένη περίπτωση. Η δράση που προκύπτει από αφυπνισμένη εμπειρία είναι σχεδόν πάντοτε ικανοποιητική. Δουλεύει.

Μπορεί να πείτε, «Αυτό μπορεί να είναι αλήθεια για τα μικρά προβλήματα, αμφιβάλλω όμως ότι δουλεύει με τα μεγάλα, σύνθετα προβλήματα που αντιμετωπίζω». Στην πραγματικότητα, ωστόσο, η διαδικασία δουλεύει άσχετα από το πόσο «μεγάλο» είναι το πρόβλημα. Μπορεί να μην βρίσκουμε τη λύση που θα θέλαμε, και η διευθέτηση μπορεί να μην είναι άμεση, βλέπουμε όμως το επόμενο βήμα που πρέπει να κάνουμε. Με τον καιρό μαθαίνουμε να εμπιστευόμαστε τη διαδικασία, να έχουμε πίστη ότι τα πράγματα θα εξελιχθούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Το πρόσωπο στο οποίο βασιζόμασταν και δεν ήρθε, η δουλειά που αποτύχαμε να πιάσουμε, η φυσική αρρώστια που μας ανησυχεί: αντί να γυρίζουμε γύρω-γύρω μέσα στις σκέψεις μας, ανησυχώντας για το πρόβλημα, αν εγκαταστήσουμε τη βάση της ζωής μας στην άμεση εμπειρία, θα δούμε πώς να δράσουμε κατάλληλα.

Δεν προτείνω ότι θα πρέπει να δρούμε τυφλά, από απλή παρόρμηση. Πρέπει να είμαστε πληροφορημένοι, να γνωρίζουμε τα βασικά πράγματα σχετικά με το πρόβλημα. Πρέπει να χρησιμοποιούμε τη φυσική μας νοημοσύνη, τη λειτουργική μας σκέψη. Για παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι έχω έναν ξαφνικό πονόδοντο. Αν αρχίσω να σκέφτομαι πόσο μισώ την επίσκεψη στον οδοντίατρο, τον τροχό, τις βελόνες και τον πόνο, θα αρχίσω να γυρίζω μέσα στο κεφάλι μου και να δημιουργώ ένα τεράστιο πρόβλημα για τον εαυτό μου. Αν όμως επιστρέψω στη βάση της ζωής μου – την άμεση εμπειρία μου – θα πω στον εαυτό μου, «Προς το παρόν είναι ένας απλός πονόδοντος. Ας έχω το νου μου και ας συνεχίσω με τις δουλειές μου. Αν επιμείνει ή χειροτερέψει, θα τηλεφωνήσω στον οδοντίατρο και θα κλείσω ραντεβού». Με αυτήν τη προσέγγιση όλα βρίσκουν τη θέση τους.

Ερ: Ο κίνδυνος με εμένα είναι ότι επιστρέφοντας στις συνηθισμένες μου αισθήσεις, μπορεί να μπλοκάρω το άγχος ή την ανησυχία μου εντελώς, σαν να μην υπήρχαν.

Απ: Το άγχος δεν είναι τίποτα άλλο από ορισμένες σκέψεις, και την ένταση ή τη συστολή στο σώμα που τις συνοδεύει. Το να επιστρέφουμε στις αισθήσεις μας σημαίνει να επισημαίνουμε τις σκέψεις με το περιεχόμενο τους και να έχουμε επίγνωση της έντασης στο σώμα. Η επίγνωση της έντασης δεν είναι παρά μια ακόμη φυσική αίσθηση, μαζί με την όραση, την όσφρηση και τις άλλες.

Ακούγεται τρελό να λέω ότι όταν έχουμε κάποιο πρόβλημα θα πρέπει να ακούμε την κυκλοφορία. Αν όμως ακούσουμε αληθινά, οι υπόλοιπες αισθήσεις ζωντανεύουν κι αυτές. Αισθανόμαστε επίσης τη συστολή στο σώμα. Όταν το κάνουμε αυτό, κάτι αλλάζει, και το πώς πρέπει να ανταποκριθούμε γίνεται πιο ξεκάθαρο.

Ερ: Η επιστροφή στις αισθήσεις δεν γίνεται πάντοτε γρήγορα σ’ εμένα. Αν ανησυχώ για κάποιο πρόβλημα, μπορεί να σκέφτομαι σχετικά με αυτό για μια εβδομάδα, παρ’ όλες τις προσπάθειες μου να προσέξω την κυκλοφορία ή κάτι άλλο.

Απ: Ναι, ανάλογα με το πόσο καιρό και το πόσο καλά έχουμε ασκηθεί, η όλη διαδικασία παίρνει χρόνο. Η ικανότητα να μετακινούμαστε γρήγορα είναι σημάδι πολύχρονης άσκησης. Μερικοί άνθρωποι μπορεί να εγκλωβίζονται στη δυστυχία τους για πολύ καιρό. Το απολαμβάνουν αληθινά. Πρόσφατα, κάποια μου έλεγε πόσο απολαμβάνει την αυτό-δικαίωση της. Ποιος θέλει να ακούσει την κυκλοφορία όταν μπορεί να απολαμβάνει την αυτό-δικαίωση του; Δεν θέλουμε να εγκαταλείψουμε τα καλούπια μας, τις σκέψεις για το ποιοι είμαστε, ακόμη κι όταν αναγνωρίζουμε ότι μας δημιουργούν προβλήματα. Έτσι, δενόμαστε και επιστρέφουμε σ’ αυτά, ακόμη κι όταν υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας να επιστρέψουμε στις αισθήσεις μας. Δεν είμαστε έτοιμοι να εμπιστευτούμε πλήρως τη διαδικασία, να έχουμε πίστη στην άμεση εμπειρία μας.

Ερ: Αν ενώ κάθομαι δίπλα στο ρυάκι, σκοπός μου είναι να σχεδιάσω το μενού της ημέρας, είναι αυτό εντάξει;

Απ: Ναι, αρκεί ο σχεδιασμός του μενού να είναι ο κατάλληλος σκοπός της στιγμής. Κάνουμε απλά αυτό που πρέπει να γίνει, όταν πρέπει να γίνει. Αφού ασχοληθούμε με το αναγκαίο της στιγμής, στρεφόμαστε σε ό,τι άλλο συμβαίνει γύρω μας. Είναι εντάξει να περιορίζουμε την προσοχή μας σ’ αυτό που επιβάλει η εκπλήρωση ενός σκοπού. Είναι εντελώς διαφορετικό απ’ το να αποκοβόμαστε απ’ τη ζωή μας γιατί σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας, το οποίο αποτελεί ένα περιττό ψυχολογικό εμπόδιο.

Η διάκριση έχει να κάνει ανάμεσα στο ψεύτικο και το αληθινό συναίσθημα. Αν μια παρατήρηση που μας έγινε πριν μέρες συνεχίζει να μας αναστατώνει, αυτό είναι λάθος συναίσθημα. Το αληθινό συναίσθημα είναι άμεσο ως προς την κατάσταση: μπορεί κάποιος να με κτυπήσει, ή να δω κάποιον σε δυσκολία. Για ένα δευτερόλεπτο αναστατώνομαι και κάνω κάτι – και τελείωσε. Τα συναισθήματα είναι απάντηση σε αληθινά γεγονότα. Όταν το γεγονός παύει να υφίσταται, τα συναισθήματα υποχωρούν. Αυτός είναι ένας φυσικός τρόπος ανταπόκρισης στη ζωή. Δεν υπάρχει τίποτα το κακό με τα συναισθήματα. Ωστόσο, πολλοί άνθρωποι σπαταλούν τη ζωή τους βυθισμένοι σε λάθος συναισθήματα. Κουβαλούν μαζί τους μνήμες απ’ το παρελθόν ή ανησυχίες για το μέλλον και δημιουργούν αναστάτωση για τους ίδιους. Η αναστάτωση δεν σχετίζεται με το τι συμβαίνει εκείνη τη στιγμή. Σιγοβράζουμε για ό,τι συνέβη την περασμένη εβδομάδα και δεν μπορούμε να κοιμηθούμε.

Ερ: Παρ’ ότι η μνήμη γεννάει λάθος συναισθήματα, υπάρχει μια παρούσα αίσθηση στο σώμα. Το συναίσθημα έχει κολλήσει μέσα μου, μπορώ να το αισθανθώ.

Απ: Ναι. Εμείς επισημαίνουμε τις σκέψεις που το συνοδεύουν και αισθανόμαστε την ένταση στο σώμα. Όταν το κάνουμε αυτό αρκετές φορές, το μπλοκάρισμα χαλαρώνει. Κάτι αλλάζει.

Ερ: Αν η μέρα μου είναι ιδιαίτερα γεμάτη, συγκεντρώνεται μέσα μου πολύ άγχος και με κάνει να αισθάνομαι πιο άνετα αν χαθώ μέσα στις φαντασίες μου. Είναι λάθος αυτό;

Απ: Αν το κάνεις, το κάνεις. Το πρόβλημα είναι ότι με τις φαντασίες αποκοβόμαστε απ’ τη ζωή. Όταν αποκοβόμαστε απ’ τη ζωή, παραβλέπουμε τα πράγματα, και μπαίνουμε σε μπελάδες.

Ερ: Όταν ζούσα σε μια βουνοκορφή, ήταν πολύ εύκολο να ξαπλώνω πάνω στη γη και να αποκαθιστώ την επαφή με τις αισθήσεις μου, όμως, όταν είμαι μέσα στην τάξη με όλα τα παιδιά να φωνάζουν, δεν θέλω καθόλου να έχω την εμπειρία του, ούτε της έντασης στο στομάχι μου.

Απ: Μάλιστα. Ωστόσο, το θέμα παραμένει: προκειμένου να μπορέσουμε να διαπραγματευτούμε τη ζωή μας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, χρειάζεται να μείνουμε σε επαφή όσο το δυνατόν περισσότερο.

Ερ: Έχω την τάση να αναζητώ ήσυχα, ήρεμα μέρη όπου είναι ευκολότερο για μένα να ανοιχτώ στο παρόν, και να αποφεύγω μέρη, όπως μια σχολική τάξη, όπου αναστατώνομαι και διασπώμαι.

Απ: Ναι, αυτή είναι μια φυσική τάση, και δεν υπάρχει τίποτα το κακό σ’ αυτή. Ωστόσο, είναι ένα είδος αποφυγής. Καθώς η πρακτική μας γίνεται δυνατότερη, καταφέρνουμε να παραμένουμε ανοικτοί και ανεπηρέαστοι σε καταστάσεις στις οποίες προηγουμένως αισθανόμασταν χαμένοι. Το σημαντικό είναι να μάθουμε να είμαστε ανοικτοί σε ό,τι φέρνει η ζωή, όπου κι αν βρισκόμαστε. Αν είμαστε αρκετά παρόντες, επισημαίνουμε την τάση να αποφύγουμε, και επιστρέφουμε στο παρόν χωρίς να χάσουμε χρόνο. Όταν προσπαθούμε να αποφύγουμε κάτι, βρισκόμαστε πίσω πάλι στη σκέψη αντί στην άμεση εμπειρία.

Ερ: Τι γνώμη έχετε για την απλή παρατήρηση των αισθήσεων;

Απ: Υπάρχει κάποια αξία σ’ αυτό. Υπάρχει όμως ακόμη ένα στοιχείο σκέψης, ένας δυαδισμός υποκειμένου-αντικειμένου. Αν αληθινά ακούμε την κυκλοφορία, απορροφούμαστε σ’ αυτή. Δεν υπάρχει εγώ και δεν υπάρχει κυκλοφορία. Δεν υπάρχει παρατηρητής ούτε αντικείμενο της αίσθησης. Επιστρέφουμε σ’ αυτό που είμαστε, που είναι απλά η ίδια η ζωή.