Ακούγοντας το σώμα

Η άσκηση μας δεν έχει να κάνει αποκλειστικά με τον φαινομενικό εαυτό που νομίζουμε ότι είμαστε σ’ αυτή τη ζωή. Κατά κάποιο τρόπο, είμαστε φαινομενικοί εαυτοί, αλλά κατά κάποιον άλλο δεν είμαστε. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είμαστε και τα δυο – ή κανένα από τα δύο. Μέχρις ότου κατανοήσουμε αυτό το σημείο, η άσκηση μας θα βρίσκει εμπόδια.

Το να ονοματίζουμε τις σκέψεις μας είναι μια αρχική πρακτική. Στο φαινομενικό επίπεδο μεγάλο μέρος του ψυχολογικού εαυτού αποκαλύπτεται με τον ονοματισμό. Αρχίζουμε να παρατηρούμε πώς παγιδευόμαστε σ’ εκείνα που μας αρέσουν και σ’ εκείνα που δεν μας αρέσουν, σε όλες τις από συνήθεια σκέψεις σχετικά με τον εαυτό μας και τη ζωή μας. Αυτή η αρχική εργασία είναι σημαντική και απαραίτητη, αλλά δεν είναι η Εργασία. Ο ονοματισμός είναι το πρώτο βήμα, όμως, δεν μπορούμε να γευτούμε τους καρπούς της άσκησης παρά μόνο αφού μάθουμε να μένουμε με την εμπειρία μας. Αν δεν γευτούμε τους καρπούς της άσκησης, δεν θα δούμε τι είναι η άσκηση και θα παραπονιόμαστε: «Δεν καταλαβαίνω την άσκηση. Δεν βλέπω περί τίνος πρόκειται». Το θέμα είναι ότι δεν μπορώ να σας πω περί τίνος πρόκειται. Αυτό που προσπαθώ να εξηγήσω, δεν μπορεί στην πραγματικότητα να συζητηθεί. Βασικά, η άσκηση είναι διαφορετική από τη βελτίωση μιας δεξιότητας όπως το τένις ή το γκολφ. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να περιγραφεί με λέξεις. Την άσκηση όμως στο ζαζέν  δεν μπορούμε να την εξηγήσουμε με λέξεις.

Η άσκηση μας μπορεί να σκοντάψει σ’ αυτό το δίλημμα, μερικές φορές  για μερικούς μήνες, κι άλλες για χρόνια. Αν σκοντάψει αρκετά σοβαρά, ο μαθητής μπορεί να εγκαταλείψει την άσκηση – και να συνεχίσει να υποφέρει – χωρίς να έχει ακόμη κατανοήσει τι είναι η ζωή του. Έτσι, παρ’ ότι η άσκηση δεν μπορεί να εξηγηθεί με λέξεις, μπορούμε να βοηθηθούμε με ένα μίνιμουμ κατανόησης – ακόμη κι αν είναι διανοητική, μπερδεμένη κατανόηση – και να αποφύγουμε τις άσκοπες περιπλανήσεις. Ακόμη όμως καλύτερη απ’ αυτή την μπερδεμένη κατανόηση, είναι η απλή μας θέληση να επιμείνουμε στην άσκηση, ακόμη κι αν δεν βλέπουμε τον λόγο για να το κάνουμε.

Μέσω του ονοματισμού φτάνουμε να δούμε ότι δεν θέλουμε να στερήσουμε τον εαυτό μας από το προσωπικό του δράμα – ό,τι νομίζουμε σχετικά με τον εαυτό μας και τους άλλους, και ό,τι νοιώθουμε  για κάθε τι που συμβαίνει. Στην πραγματικότητα θέλουμε να ξοδέψουμε το χρόνο μας με το προσωπικό μας δράμα, μέχρις ότου αποκαλυφθεί η στείρα φύση του, μετά από μήνες εφαρμογής του ονοματισμού. Όταν αυτό το στάδιο του ονοματισμού έχει προχωρήσει αρκετά, χρειάζεται να κάνουμε μια άλλη άσκηση: να βιώσουμε τις σωματικές μας αισθήσεις, την ακοή μας, την όραση, τη αφή, την οσμή, τη γεύση. Επειδή μια τέτοια πρακτική μας φαίνεται βαρετή και χωρίς νόημα, διστάζουμε συχνά να επιμείνουμε. Ως αποτέλεσμα, η άσκηση μας μπορεί να είναι αδύναμη, με διακοπές, και (συχνά για πολύ καιρό) χωρίς αποτέλεσμα. Αισθανόμαστε ότι έχουμε σημαντικότερα πράγματα να κάνουμε. Πώς μπορούμε να σπαταλούμε το χρόνο μας σε βαρετές δραστηριότητες, όπως το να κάθεσαι και να αισθάνεσαι, να βλέπεις, να ακούς, να γεύεσαι;

Είναι αλήθεια ότι δεν φαίνεται να υπάρχει και μεγάλο ενδιαφέρον καθώς καθόμαστε. Αισθανόμαστε πόνο στα πόδια  και στα γόνατα μας, σφίξιμο ή φαγούρα στο πρόσωπο. Γιατί άραγε να θέλουμε να το κάνουμε αυτό; Οι μαθητές συχνά μου παραπονιούνται, «Είναι βαρετό! Δεν θέλω να το κάνω». Ωστόσο, αν επιμείνουμε, υπάρχει σε κάποιο σημείο μια αλλαγή, και για ένα δευτερόλεπτο δεν υπάρχω εγώ και ο κόσμος, αλλά μόνο αυτό που είναι – δεν υπάρχουν λέξεις να το περιγράψουν γιατί είναι μη-δυαδικό. Είναι ανοικτό, γεμάτο χώρο, δημιουργικό, γεμάτο συμπάθεια, και, από τη συνηθισμένη οπτική γωνία, βαρετό.

Κάθε δευτερόλεπτο που περνάμε σ’ αυτή τη μη-δυαδική εμπειρία μεταμορφώνει τη ζωή μας. Δεν μπορούμε να δούμε τη μεταμόρφωση γιατί δεν υπάρχει κάποιο δράμα σ’ αυτή. Το δράμα υπάρχει πάντοτε στα εγω-κεντρικά νοητικά μας δημιουργήματα. Στο καλό κάθισμα δεν υπάρχει δράμα, και αυτή η έλλειψη συγκίνησης δεν μας αρέσει. Μέχρι τη στιγμή που μπορέσουμε να το γευτούμε αληθινά, μπερδεύουμε το κάθισμα με κάποια μορφή ψυχολογικής προσπάθειας. Παρ’ ότι η δυνατή άσκηση περιέχει ψυχολογικά στοιχεία, είναι κάτι πολύ περισσότερο απ’ αυτά.

Όταν λέω στους μαθητές να βιώσουν το σώμα, μου λένε, «Α ναι, αισθάνομαι το σώμα μου. Ονοματίζω τις σκέψεις μου, και στη συνέχεια αισθάνομαι το σώμα μου. Δεν μου λύνει όμως κάτι». «Ναι, αισθάνομαι το σφίξιμο στο στήθος μου, και συγκεντρώνομαι σ’ αυτό ελπίζοντας ότι θα εξαφανιστεί». Τέτοια σχόλια αποκαλύπτουν την προσωπική ατζέντα, ένα είδος φιλοδοξίας. Στο βάθος, η σκέψη που υπάρχει είναι, «Θα κάνω αυτήν την πρακτική ώστε – ο μικρός μου εαυτός – να μπορέσω να βγάλω κάτι απ’ αυτή». Στην πραγματικότητα, όσο ο μικρός μας εαυτός μιλά έτσι, δεν βιώνουμε αληθινά το σώμα μας. Η πρακτική μας είναι μολυσμένη από τέτοιες ατζέντες, που όλοι μας έχουμε κατά καιρούς.

Μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα την έννοια του βιώματος, χρησιμοποιώντας τον όρο ακούω. Όχι ότι «Πρόκειται να έχω αυτό το βίωμα», αλλά ότι «Πρόκειται απλά να ακούσω τις σωματικές μου αισθήσεις». Αν ακούσω αληθινά αυτόν τον πόνο στην αριστερή μου πλευρά, υπάρχει ένα στοιχείο περιέργειας, του τι είναι αυτό; (Αν δεν είμαι περίεργος, είμαι πάντοτε παγιδευμένος στις σκέψεις μου). Σαν έναν καλό επιστήμονα που είναι απλά παρατηρητικός, χωρίς προϊδεάσεις, βλέπουμε απλά ή παρατηρούμε. Ακούμε.

Αν ο νους μας είναι γεμάτος με προσωπικές μέριμνες, δεν μπορούμε να ακούσουμε – ή μάλλον, δεν θέλουμε να ακούσουμε. Θέλουμε να σκεφτούμε. Να γιατί ο ονοματισμός, η παρατήρηση του νου και των δραστηριοτήτων του, είναι συχνά απαραίτητο να γίνει για αρκετό διάστημα πριν η δεύτερη κατάσταση - της βίωσης - μπορέσει να αρχίσει. Αυτή η κατάσταση – η οποία είναι μία μη-κατάσταση – είναι που κάνει την άσκηση μας θρησκευτική. Η εμπειρία, η βίωση, είναι το βασίλειο του μη-χρόνου, του μη-χώρου, της αληθινής φύσης. Μόνον αυτό που είναι, ο Θεός.

Στην αρχή, η επιθυμία μας να σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας είναι πάρα πολύ δυνατή και αποπλανητική. Μοιάζει να μας υπόσχεται τόσα πολλά. Η επιθυμία αυτή είναι τόσο δυνατή, που ανάλογα με το άτομο μπορεί να πάρει ένα χρόνο, πέντε, δέκα ή και περισσότερα χρόνια, πριν εξασθενήσει και μπορέσουμε να καθίσουμε πραγματικά. Ένα τέτοιο κάθισμα είναι γεμάτο παράδοση, γιατί δεν υπάρχει εαυτός μέσα του. Είναι παράδοση σ’ αυτό που είναι, κι αυτή είναι μια άσκηση θρησκευτική. Μια τέτοια άσκηση δεν γίνεται με αρχική πρόθεση να ωφελήσουμε τον εαυτό μας.

Η καλή άσκηση είναι να καθόμαστε απλώς εδώ – δεν περιλαμβάνει σημαντικά συμβάντα. Από τη συνηθισμένη οπτική, είναι βαρετή. Με τον καιρό, ωστόσο, μαθαίνουμε με το σώμα μας ότι αυτό που ονομάζουμε «βαρετό» είναι αγνή χαρά, και ότι αυτή η χαρά είναι η πηγή της ζωής και των πράξεων μας. Μερικές φορές ονομάζεται σαμάντι, και είναι η μη-κατάσταση στην οποία θα έπρεπε να ζούμε όλη μας τη ζωή, διδάσκοντας στο σχολείο, βλέποντας έναν πελάτη, φροντίζοντας το μωρό μας, παίζοντας ένα μουσικό όργανο. Όταν ζούμε σε μια τέτοια μη-κατάσταση σαμάντι, δεν έχουμε προβλήματα γιατί δεν υπάρχει τίποτα διαχωρισμένο από εμάς.

Καθώς ο νους μας χάνει ένα μέρος από την εμμονή του στις εγω-κεντρικές σκέψεις, αυξάνει η ικανότητα μας να παραμένουμε στη μη-δυαδικότητα. Αν είμαστε υπομονετικοί και επιμείνουμε, θα μάθουμε τελικά αρκετά πράγματα σχετικά με την κατάσταση αυτή. Όμως, η άσκηση μας δεν θα έχει ωριμάσει, μέχρις ότου γευτούμε τη μη-δυαδική κατάσταση. Μέσα από τα αρχικά στάδια της άσκησης μπορεί να καταφέρουμε να βελτιώσουμε την ψυχολογική μας συγκρότηση, δεν θα μπορέσουμε όμως να καταλάβουμε τι είναι το κάθισμα, παρά μόνον όταν η ικανότητα να βιώνουμε γίνει το θεμέλιο της ύπαρξης μας.

 Το όλο πράγμα είναι πολύ λεπτό. Να γιατί η άσκηση είναι δύσκολη: δεν μπορώ να σας δώσω έναν ακριβή χάρτη που να περιγράφει πού ακριβώς πορεύεστε. Κάποιοι μαθητές εγκαταλείπουν την άσκηση μετά από μερικά χρόνια. Αυτό είναι κρίμα, γιατί η ζωή τους παραμένει ακόμη ένα μυστήριο για τους ίδιους. Μέχρι τη στιγμή που η αξία του να βιώνουμε τα πράγματα γίνει καθαρή και φανερή, είναι δύσκολο να μείνουμε με αυτό που παρουσιάζεται κάθε στιγμή ως η πραγματικότητα της ύπαρξης μας. Μόνο κάποιοι μπορούν τελικά να το κάνουν.

Όμως, σας παρακαλώ: μην εγκαταλείπετε την προσπάθεια. Όταν μπορέσουμε να «ακούμε» το σώμα για όλο και μεγαλύτερες περιόδους, η ζωή μας θα μεταμορφωθεί προς την κατεύθυνση της ειρήνης, της ελευθερίας και της συμπόνιας. Κανένα βιβλίο δεν μπορεί να μας το διδάξει, μόνο η άσκηση μας. Μπορεί να γίνει. Είναι αρκετοί αυτοί που το έχουν κάνει.