Η Επίγνωση 2

Για τους περισσότερους ανθρώπους, είναι ευκολότερο να σχετιστούν με τις ευχάριστες εμπειρίες παρά με τις δυσάρεστες. Στην πραγματικότητα, όμως, και στις δύο περιπτώσεις λίγες φορές υπάρχει αναγνώριση της ίδιας της επίγνωσης, η οποία επιτρέπει στην εμπειρία να βιωθεί. Στη πρώτη περίπτωση, η επίγνωση «χάνεται» μέσα στην ευχαρίστηση και στα σενάρια που γεννά αυτή, ενώ στη δεύτερη «χάνεται» μέσα στην προσπάθεια αποφυγής ή στα δυσοίωνα σενάρια που ακολουθούν.

Στη διαδικασία ενδυνάμωσης της επίγνωσης είναι σημαντικό να δούμε ότι όλες οι ευχάριστες και οι δυσάρεστες καταστάσεις – είτε πρόκειται για σκέψεις, συναισθήματα, αισθήσεις ή για κάποιες άλλες εμπειρίες – είναι όλες το ίδιο «φαινόμενα» που εμφανίζονται μέσα στην επίγνωση. Είναι όλες τους αντικείμενα παρατήρησης ανεξάρτητα από το περιεχόμενο τους. Αυτό που χρειάζεται είναι να είμαστε εκεί ως ο παρατηρητής – επίγνωση που αναγνωρίζει το «φαινόμενο» και δεν χάνεται στη νοητική επεξεργασία του ή σε κάποια άλλη νοητική – συναισθηματική περιπλάνηση.

Τις περισσότερες φορές όταν έχουμε κάποια σκέψη, χανόμαστε αμέσως στο περιεχόμενό της και στις σκέψεις που αυτό πυροδοτεί. Αυτό που εμείς θέλουμε είναι να μην διασπόμαστε από το σενάριο που η σκέψη αυτή ενεργοποιεί. Το ίδιο και με τα συναισθήματα, τις αισθήσεις και τις άλλες εμπειρίες που έχουμε. Στην αρχική φάση της εργασίας με την επίγνωση είναι πολύ σημαντικό να αναγνωρίζουμε τη σκέψη που ξεπηδάει και να επιστρέφουμε με την προσοχή μας στην παρούσα στιγμή, έτσι όπως παρουσιάζεται μέσα από τις αισθήσεις. Πρόκειται για μια κίνηση που πρέπει να επαναλαμβάνεται συνέχεια, έστω κι αν η παραμονή στην παρούσα στιγμή δεν κρατάει παρά μια στιγμή και αυτή.

Όταν η παραμονή στην παρούσα στιγμή γίνει μεγαλύτερη, τότε μπορεί να υπάρξει η αναγνώριση ότι η επίγνωση είναι πάντα εκεί και απλά όλα τα «φαινόμενα» παρουσιάζονται και διαλύονται μέσα της. Η πιο σημαντική στιγμή σ’ αυτή την αναγνώριση είναι όταν έχουμε εδραιωθεί τόσο γερά στην επίγνωση, ώστε να μπορούμε να δούμε ότι ολόκληρη η ιδέα ή η εικόνα για το ποιοι είμαστε, δεν είναι παρά άλλο ένα «φαινόμενο» που εμφανίζεται μέσα της. Δεν παύουμε να υπάρχουμε, απλά αναγνωρίζουμε ότι είμαστε κάτι πολύ πιο βασικό και ουσιαστικό από την εικόνα και τις πεποιθήσεις που έχουμε δημιουργήσει για τον εαυτό μας.

Ο  μεγαλύτερος φόβος του εγωϊκού νου είναι η εκμηδένισή του. Στην προσπάθεια του για αυτοπροστασία γεννά το φόβο και τη σκέψη ότι αν ο ίδιος χαθεί αυτό θα σημάνει το τέλος της ύπαρξης. Αυτό το φόβο μπορούμε να τον νοιώσουμε σε πολλές περιπτώσεις στη διάρκεια της ζωής μας, αλλά μπορούμε να τον δούμε να αναδύεται καθαρά κάθε φορά που επιστρέφουμε στην καθαρότητα και την απλότητα της παρούσας στιγμής. Το κενό της παρούσας στιγμής τον τρομάζει. Όταν το κενό της παρουσίας γίνει μεγαλύτερο, μπορεί να νοιώσουμε φόβο, πανικό και να δούμε τις πιο δραματικές σκέψεις να πλημμυρίζουν τον νου. Αν η δύναμη της επίγνωσης μας μάς επιτρέπει να παραμείνουμε παρόντες, έρχεται η στιγμή που βλέπουμε ολοκάθαρα ότι όχι μόνο δεν χανόμαστε, αλλά στην πραγματικότητα υπάρχουμε αληθινά και ουσιαστικά όταν ο εγωϊκός νους εξαφανίζεται.

Ο εγωϊκός νους είναι πολύ βαθειά ριζωμένος στο αίσθημα ύπαρξης που μας χαρακτηρίζει. Πολλοί άνθρωποι που ασχολούνται με την αυτογνωσία τους, πιστεύουν ότι προκειμένου να συνειδητοποιήσουν ποιοι αληθινά είναι θα πρέπει πρώτα να «φτιάξουν» την προσωπικότητά τους. Μερικοί πιστεύουν ότι αυτό το «φτιάξιμο» της προσωπικότητας είναι και η ουσία της εργασίας με τον εαυτό τους. Όμως, η προσωπικότητα δεν είναι παρά ένα ακόμη «φαινόμενο» που εμφανίζεται μέσα στην καθαρότητα της επίγνωσης. Η ουσία της ύπαρξης δεν είναι η προσωπικότητα.

Η αναγνώριση της ουσίας της ύπαρξης δεν απαιτεί σκέψη. Η γέννησή μας σ’ αυτό τον κόσμο δεν απαίτησε σκέψη, όπως επίσης  η δημιουργία ολόκληρου του κόσμου δεν απαιτεί σκέψη. Είναι απλά η ευαίσθητη ανταπόκριση και αυθόρμητη έκφραση της ενέργειας της ουσίας που δίνει γέννηση σε όλες τις υπάρξεις.

Όταν σιγά – σιγά εδραιώνεται μέσα μας η εμπιστοσύνη στην επίγνωση, εξοικειωνόμαστε με την καθαρή παρουσία που είναι η αληθινή φύση της ύπαρξής μας. Επιστρέφοντας ξανά και ξανά στην παρούσα στιγμή, έτσι όπως αυτή παρουσιάζεται στην επίγνωσή μας μέσα από τις αισθήσεις, δυναμώνουμε τη βεβαιότητα ότι δεν είμαστε ο νους, οι σκέψεις και τα συναισθήματα, αλλά αυτή η καθαρότητα, το άνοιγμα και η ευαισθησία που είναι εκεί όταν κατακάθεται ο εγωϊκός νους.

Όταν αναγνωρίζουμε ποιοι είμαστε, αρχίζουμε να χαλαρώνουμε. Δεν δείχνουμε τόσο τσιτωμένοι, γιατί απλά δεν εγκλωβιζόμαστε στη συνεχή προσπάθεια αυτοπροστασίας που χαρακτηρίζει τον εγωϊκό νου. Το άνοιγμα της ουσίας της ύπαρξης μπορεί να χωρέσει όλες τις σκέψεις και τα συναισθήματα, χωρίς ταύτιση και χωρίς άρνηση.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την ολοκληρωτική νοητική και συναισθηματική ισορροπία – ή αυτό που συνήθως εννοούμε μιλώντας για ψυχολογική ισορροπία και ωριμότητα. Έχει ως αποτέλεσμα τη βαθειά ενόραση της φύσης της ύπαρξης κάθε στιγμή. Ποια είναι η φύση της ύπαρξης; Η αναγνώριση ότι τίποτα δεν είναι ανεξάρτητο και αυτόνομο, αλλά ότι όλα τα «φαινόμενα» χαρακτηρίζονται από την αρχή της αλληλεξάρτησης. Και τέλος, έχει ως αποτέλεσμα την έκφραση της συμπόνιας χωρίς προσπάθεια.

Η αληθινή συμπόνια γεννιέται από τη δύναμη της επίγνωσης και από το άνοιγμα και τη χωρίς όρους αποδοχή της ουσίας μας. Δεν μπορεί να εκφραστεί προς τα έξω αν πρώτα δεν γεννηθεί μέσα μας, και δεν μπορεί να γεννηθεί μέσα μας όσο καιρό ζούμε ταυτισμένοι με τον εγωϊκό νου, όσο κι αν αυτός προσπαθεί να είναι συμπονετικός. Αν η συμπόνια δεν είναι πρώτα για τον ίδιο μας τον εαυτό δεν μπορεί να είναι αληθινή συμπόνια για τους άλλους, είναι απλά υποκρισία, συναισθηματισμός και παιχνίδια του εγωϊκού νου. Η αληθινή συμπόνια είναι η αυθόρμητη και ανεμπόδιστη ανταπόκριση στην κάθε στιγμή, ως φυσική έκφραση της ουσίας της ύπαρξής μας.