Ο Διαλογισμός, το Τώρα και η Ουσία μας

Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να ορίσει κανείς τον διαλογισμό. Πρόκειται για έναν όρο κάτω από τον οποίο καλύπτονται πολλές πρακτικές, κάποιες από τις οποίες μοιάζουν αρκετά, αλλά και κάποιες που διαφέρουν πάρα πολύ μεταξύ τους. Στο Open Mind ο διαλογισμός είναι η πρακτική της συγκέντρωσης στην παρούσα στιγμή, έτσι όπως αυτή παρουσιάζεται στην επίγνωσή μας μέσα από τις αισθήσεις. Η αίσθηση του αέρα που μπαινοβγαίνει στο σώμα μας καθώς αναπνέουμε, οι κινήσεις της ζωτικής ενέργειες στο σώμα μας, οι ήχοι ή οι εικόνες που πέφτουν αβίαστα στην αντίληψή μας. Όλη η πρακτική είναι να φέρνουμε την προσοχή μας πίσω στην αισθητηριακή εμπειρία κάθε φορά που αναγνωρίζουμε ότι είχαμε χαθεί στις σκέψεις. Όταν παρατηρούμε ότι σκεφτόμαστε, στρέφουμε απαλά και χωρίς βία την προσοχή μας στο βασίλειο των αισθήσεων.

Στόχος αυτής της πρακτικής δεν είναι μόνο να βρούμε γαλήνη και ειρήνη κατά τη διάρκεια που διαλογιζόμαστε, αλλά και να συνηθίσουμε τον εαυτό μας να παραμένει όλο και περισσότερο στις αισθήσεις και στην εμπειρία της παρούσας στιγμής αντί να βρίσκεται χαμένος στο νου και σε κάποια δική του ερμηνεία της πραγματικότητας. Οι περισσότεροι άνθρωποι που διαλογίζονται απολαμβάνουν κάποιο βαθμό εσωτερικής ανακούφισης και γαλήνης, που παραμένουν μαζί τους κατά τη διάρκεια της πρακτικής και ίσως για λίγο μετά.

Όταν όμως η πρακτική γίνεται πιο οργανωμένη και συστηματική, αφιερώνοντας κανείς μία ή περισσότερες ώρες την ημέρα, τότε τα αποτελέσματα του διαλογισμού διατηρούνται και επηρεάζουν ολόκληρη την καθημερινή ζωή, και φυσικά τον τρόπο με τον οποίο τη ζούμε και τη βιώνουμε. Είναι αυτή η δυνατότητα της πρακτικής του διαλογισμού που την καθιστά ένα τόσο πολύτιμο και μοναδικό δώρο για όλους εμάς που δεν ζούμε σε ένα προστατευμένο περιβάλλον – μοναστήρι, κέντρο απομόνωσης κτλ -, αλλά μέσα σε μια καθημερινότητα πολύ δύσκολη και διασπαστική.

Παρ’ ότι όμως ο διαλογισμός μπορεί να μας βοηθήσει να νοιώθουμε πιο ήρεμοι κατά τη διάρκεια της πρακτικής του και να βιώνουμε πιο καθαρά τη ζωή μας στο υπόλοιπο της καθημερινότητάς μας, δεν είναι κάτι που περιορίζεται στο να το κάνουμε μία ή δύο φορές την ημέρα. Είναι μια πρακτική που μπορεί να γίνεται κάθε στιγμή μαθαίνοντας σιγά-σιγά να ζούμε όλο και περισσότερο στο παρόν. Το να ζούμε στο παρόν σημαίνει να έχουμε επίγνωση της εμπειρίας μας μέσω των αισθήσεων και να μην είμαστε χαμένοι στα σχόλια που κάνει ο εγωϊκός νους μας σχετικά με αυτή. Όπως και κατά τη διάρκεια του διαλογισμού πάνω στο μαξιλάρι μας, όταν ζούμε στο παρόν μέσα στην καθημερινή ζωή, επιτρέπουμε στον εαυτό μας να βιώσει πλήρως αυτό που βιώνει, και όταν πιάνουμε τον εαυτό μας να έχει εγκλωβιστεί σε κάποια σκέψη, την αφήνουμε και επιστρέφουμε στη συνειδητή εμπειρία της στιγμής.

Εκτός όμως από τις σκέψεις που αποτελούν εμπόδιο στη συνειδητή παρουσία μας στη ζωή, υπάρχει και η λειτουργική σκέψη, η οποία έχει τη θέση και τη χρησιμότητά της. Η νοητική λειτουργία που κάνουμε όταν διαβάζουμε, όταν σχεδιάζουμε, όταν υπολογίζουμε, όταν οργανώνουμε κάτι που πρέπει να γίνει για να λειτουργήσει στο πρακτικό επίπεδο η ζωή μας ή η ζωή των άλλων, δεν είναι πάντα πρόβλημα. Μπορεί να γίνει πρόβλημα, αλλά αν είναι απλή λειτουργική σκέψη συνήθως δεν είναι πρόβλημα. Η σκέψη που είναι το αληθινό πρόβλημα είναι η λεγόμενη εγωκεντρική σκέψη, η οποία ξεκινάει και τελειώνει με το «εγώ», το «εμένα» και το «δικό μου». Είναι αυτή η σκέψη που μας ενδιαφέρει κυρίως κατά τη διάρκεια του διαλογισμού, αλλά ουσιαστικά αυτή η σκέψη μας ενδιαφέρει όποτε κι αν εμφανίζεται στη διάρκεια της ημέρας.

Η σκέψη αυτή ανήκει στον εγωϊκό νου και όχι στον λειτουργικό νου. Ο εγωϊκός νους καλύπτει την εμπειρία της παρούσας στιγμής με κριτική, εκτιμήσεις, ιστορίες και σενάρια, φόβους, αμφιβολίες και σκέψεις για το παρελθόν και το μέλλον. Δεν είναι λειτουργικός και είναι σχεδόν πάντοτε η αιτία όλης της δυστυχίας που μας πλημμυρίζει. Με τη δύναμη που έχει πάνω μας καταφέρνει σχεδόν πάντοτε να μας αποκόβει από την εμπειρία της ζωής και να μας εγκλωβίζει στις σκέψεις και τα σενάρια για τη ζωή, γεμίζοντάς μας με ανησυχία, φόβο, δυσαρέσκεια και δυστυχία. Το εγώ είναι σχεδόν πάντα ένας αρνητικός και δυσαρεστημένος εαυτός. Ευτυχώς, όμως, δεν είναι ο αληθινός εαυτός, και κατά συνέπεια μπορούμε να πάψουμε να εγκλωβιζόμαστε στους δικούς του προγραμματισμούς και παγιωμένες λειτουργίες.

Βέβαια, το να καταφέρνουμε να μένουμε στο παρόν, παρ’ ότι ακούγεται απλό, δεν είναι εύκολο. Απαιτεί αρκετή, συστηματική πρακτική. Αυτό συμβαίνει γιατί έχουμε δαπανήσει τόσο πολύ χρόνο, τόσα πολλά χρόνια από τη ζωή μας προσέχουμε σχεδόν αποκλειστικά τον εγωϊκό νου, πιστεύοντας τις ιστορίες, τα σενάρια και τους προβληματισμούς του. Είναι λοιπόν λογικό να απαιτείται αρκετή πρακτική προκειμένου να χαλαρώσει τους δεσμούς με τους οποίους έχει προσκολληθεί στη φυσική και αβίαστη λειτουργία της συνειδητής παρουσίας μέσα μας.

Αυτή η συνειδητή παρουσία μέσα μας είναι που ζει στην πραγματικότητα τη ζωή μας, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι δεν το συνειδητοποιούν και ούτε καν το υποψιάζονται. Είναι τόσο απορροφημένοι, μαγεμένοι σχεδόν από την εσωτερική φλυαρία και τον συνεχή σχολιασμό του εγωϊκού νου, που δεν μπορούν να διανοηθούν ότι κάτι άλλο ζει ουσιαστικά αυτή τη ζωή. Κάτι άλλο, χωρίς το οποίο δεν μπορεί ούτε η ζωή να βιωθεί ούτε ο ίδιος ο άνθρωπος να υπάρξει.

Αυτό το κάτι άλλο δεν επικοινωνεί την παρουσία του μέσω του νου, όπως κάνει το εγώ. Πολύ λίγες φορές το κάνει. Κυρίως εκδηλώνεται μέσα από τάσεις, διαισθήσεις, αυθόρμητες και αναπάντεχες δράσεις, μέσα από έμπνευση και ενθουσιασμό, που παρουσιάζονται πάντοτε στο τώρα. Όταν είμαστε παρόντες στο τώρα, μπορούμε να αντιλαμβανόμαστε τη γλώσσα της εσωτερικής ουσίας μας, αφουγκραζόμενοι τα μηνύματά της, κάτι που δεν μπορούμε με τίποτα να κάνουμε όταν είμαστε χαμένοι στις σκέψεις του εγωϊκού νου.

Όταν λοιπόν λέμε ότι ο ουσιαστικός στόχος της πρακτικής του διαλογισμού είναι να ζει κανείς συνεχώς στο παρόν, είναι γιατί μόνο έτσι μπορεί να εκδηλώνεται αβίαστα και ανεμπόδιστα η εσωτερική ουσία μας κάθε στιγμή. Το αποτέλεσμα αυτής της εκδήλωσης – με όποιον τρόπο κι αν γίνεται - είναι πάντοτε συνδυασμένο με το αίσθημα της ελευθερίας, της ικανοποίησης και της πληρότητας. Κατά συνέπεια, η αισθητηριακή εμπειρία δεν βοηθάει απλά με τον πλούτο που πάντοτε φέρνει μαζί της, αλλά αποτελεί την πόρτα μέσα από την οποία μπορεί η εσωτερική ουσία μας να μεταφέρει τα μηνύματα, τις διαθέσεις της, τις όποιες εκφράσεις της προς τη ζωή.

Όταν είμαστε εγκλωβισμένοι στο «εγωκεντρικό μας όνειρο», στις ασταμάτητες σκέψεις για την ικανοποίηση των εγωϊκών αναγκών, χάνουμε την ευκαιρία να βιώσουμε όλον αυτόν τον πλούτο που υπάρχει μέσα μας και που ζητά κάθε στιγμή με κάποιο τρόπο να εκδηλωθεί.