Ο Παρατηρητής Εαυτός

"Ποιος είναι;" ρώτησε ο Θεός.
"Είμαι εγώ."
"Φύγε," είπε ο Θεός ...
Αργότερα ...
"Ποιος είναι;" ρώτησε ο Θεός.
"Είσαι Εσύ."
"Έλα ," απάντησε ο Θεός.

Αυτό που συνήθως θεωρούμε ως εαυτό, έχει πολλές όψεις. Υπάρχει ο σκεπτόμενος εαυτός, ο συναισθηματικός εαυτός, και ο λειτουργικός εαυτός ο οποίος κάνει τα πράγματα. Όλοι αυτοί μαζί συνιστούν τον εαυτό μας που μπορούμε να περιγράψουμε. Δεν υπάρχει τίποτα σ' αυτές τις περιοχές που να μην μπορούμε να το περιγράψουμε' για παράδειγμα, μπορούμε να περιγράψουμε τη σωματική μας λειτουργία: πηγαίνουμε μια βόλτα, γυρίζουμε σπίτι και καθόμαστε. Όσον αφορά το συναίσθημα: συνήθως μπορούμε να περιγράψουμε πώς αισθανόμαστε' όταν συγκινούμαστε ή αναστατωνόμαστε, μπορούμε να πούμε ότι τα αισθήματα μας εμφανίζονται, κορυφώνονται, και εξασθενούν σε ένταση. Μπορούμε επίσης να περιγράψουμε τις σκέψεις μας. Αυτές οι όψεις του εαυτού που μπορεί να περιγραφεί, αποτελούν τους πρωταρχικούς παράγοντες της ζωής μας: ο σκεπτόμενος εαυτός μας, ο συναισθηματικός εαυτός μας, ο λειτουργικός εαυτός μας.

Υπάρχει, ωστόσο, μια άλλη όψη του εαυτού μας, με την οποία ερχόμαστε σε επαφή σιγά-σιγά καθώς κάνουμε ζαζέν: ο παρατηρητής εαυτός. Σε ορισμένες Δυτικές ψυχοθεραπείες θεωρείται σημαντικός. Στην πραγματικότητα, όταν γίνεται σωστή χρήση του, είναι και ο λόγος που η θεραπεία αποδίδει. Όμως, οι θεραπείες αυτές δεν συνειδητοποιούν πάντοτε τη ριζική διαφορά ανάμεσα στον παρατηρητή εαυτό και στις άλλες όψεις μας, και δεν κατανοούν τη φύση του. Όλα τα περιγράψιμα μέρη αυτού που ονομάζουμε εαυτό μας, είναι περιορισμένα. Είναι επίσης γραμμικά' έρχονται και φεύγουν μέσα σ' ένα χρονικό πλαίσιο. Ο παρατηρητής εαυτός, όμως, δεν μπορεί να τοποθετηθεί σ' αυτήν την κατηγορία, όσο κι αν προσπαθήσουμε. Αυτό που παρατηρεί δεν μπορεί να βρεθεί και δεν μπορεί να περιγραφεί. Αν το αναζητήσουμε, δεν θα βρούμε τίποτα να υπάρχει εκεί. Αφού δεν υπάρχει τίποτα που μπορούμε να γνωρίζουμε γι' αυτόν, μπορούμε να πούμε ότι είναι μια άλλη διάσταση.

Κατά την πρακτική, παρατηρούμε -ή κάνουμε συνειδητό- όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος από τους περιγράψιμους εαυτούς μας. Οι περισσότερες ψυχοθεραπείες κάνουν σε κάποιο βαθμό το ίδιο' το ζαζέν όμως, συνεχιζόμενο για χρόνια, καλλιεργεί τον παρατηρητή εαυτό πιο βαθιά απ' ότι το κάνουν οι περισσότερες θεραπείες. Παράλληλα με την πρακτική μας θα πρέπει να παρατηρούμε πώς εργαζόμαστε, πώς κάνουμε έρωτα, πώς είμαστε σε ένα πάρτι, πώς αισθανόμαστε σε μια επαφή με αγνώστους. Δεν υπάρχει τίποτα σχετικά με τον εαυτό μας που δεν θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο λεπτομερούς ελέγχου. Αυτό δεν σημαίνει ότι σταματάμε τις άλλες δραστηριότητες. Ακόμη κι όταν είμαστε εντελώς απορροφημένοι στην καθημερινή μας ζωή, η λειτουργία της παρατήρησης συνεχίζει. Κάθε πλευρά του εαυτού μας η οποία δεν γίνεται αντικείμενο παρατήρησης, θα παραμένει θολή, συγκεχυμένη, μυστηριώδης. Θα μοιάζει ανεξάρτητη από εμάς, σαν να συμβαίνει εντελώς από μόνη της. Και στη συνέχεια θα παγιδευόμαστε μέσα της και θα οδηγούμαστε σε σύγχυση.

Όλοι μας, κάποια στιγμή, παρασυρόμαστε σε κάποια μορφή θυμού. (Λέγοντας "θυμό" εννοώ επίσης την ερεθιστικότητα, τη ζήλια, την ενόχληση, ακόμη και την κατάθλιψη). Μέσα από χρόνια καθίσματος αποκαλύπτουμε σιγά-σιγά την ανατομία του θυμού και των άλλων συναισθηματικών σκέψεων. Σ' ένα επεισόδιο θυμού θα πρέπει να γνωρίσουμε όλες τις σκέψεις που σχετίζονται με αυτό το συμβάν. Οι σκέψεις αυτές δεν είναι αληθινές' συνδέονται όμως με τις αισθήσεις, με τη σωματική αίσθηση συστολής. Πρέπει να παρατηρούμε σε ποια σημεία οι μυς συστέλλονται και σε ποια όχι. Μερικοί θυμώνουν στο πρόσωπο τους, κάποιοι στις πλάτες τους, κάποιοι άλλοι παντού. Όσο περισσότερο γνωρίζουμε -όσο πιο δυνατός είναι ο παρατηρητής- τόσο λιγότερο μυστηριώδη είναι αυτά τα αισθήματα, και τόσο λιγότερο πιανόμαστε σ' αυτά.

Υπάρχουν αρκετοί τρόποι πρακτικής. Ένας απ' αυτούς είναι εκείνος της απόλυτης συγκέντρωσης (πολύ κοινός στα κέντρα Ζεν), κατά τον οποίο παίρνουμε ένα κόαν και προσπαθούμε με δύναμη να το λύσουμε. Αυτό που πραγματικά κάνουμε μέσα απ' αυτή την προσέγγιση, είναι να σπρώχνουμε την ψεύτικη σκέψη και το συναίσθημα να κρυφτεί. Αφού δεν είναι αληθινά, υποθέτουμε ότι το να τα σπρώξουμε έξω απ' το δρόμο είναι εντάξει. Και είναι αλήθεια ότι αν είμαστε αρκετά επίμονοι και πιέσουμε για αρκετό καιρό προς την επίλυση ενός κόαν, μπορεί κάποιες φορές να πετύχουμε προσωρινή πρόσβαση στη θαυμάσια κατάσταση μιας ζωής ελεύθερης από εγώ. Ένας άλλος τρόπος, που είναι και η δική μας πρακτική εδώ, είναι το να ανοιχτούμε σιγά-σιγά στο θαύμα που είναι η ίδια η ζωή, μέσω σχολαστικής προσοχής στην ανατομία της παρούσας στιγμής. Σιγά-σιγά γινόμαστε πιο εκλεπτυσμένοι και με περισσότερη γνώση, ώστε (για παράδειγμα) μπορούμε να γνωρίζουμε ότι όταν δεν συμπαθούμε κάποιον, η αριστερή πλευρά του στόματος μας τραβιέται προς τα κάτω. Σ' αυτή την προσέγγιση, τα πάντα στη ζωή μας -τα καλά και τα κακά συμβάντα, ο ενθουσιασμός μας, η κατάθλιψη μας, η απογοήτευση μας, η ευερεθιστότητα μας- γίνονται υλικό για άλεσμα. Δεν είναι ότι επιζητούμε τους μόχθους και τα προβλήματα, αλλά ένας ώριμος μαθητής σχεδόν τα καλωσορίζει, γιατί μαθαίνουμε σταδιακά από την εμπειρία ότι καθώς η ανατομία αυτή γίνεται όλο και πιο ευκρινής, η ελευθερία και η συμπόνια μεγαλώνουν.

Ένας τρίτος τρόπος πρακτικής (τον οποίο θεωρώ κατώτερο) είναι το να αντικαθιστάς μια αρνητική σκέψη με μια θετική σκέψη. Για παράδειγμα: αν είμαστε θυμωμένοι, το αντικαθιστούμε με μια σκέψη αγάπης. Αυτή η αλλαγή στον προγραμματισμό μπορεί να μας κάνει να νοιώσουμε καλύτερα, αλλά δεν αντέχει αρκετά στις πιέσεις της ζωής. Εξ άλλου, η εναλλαγή ενός προγραμματισμού με κάποιον άλλον συνεπάγεται το χάσιμο της ουσίας της πρακτικής. Η ουσία δεν είναι ότι ένα θετικό συναίσθημα είναι καλύτερο από ένα αρνητικό, αλλά ότι όλα τα συναισθήματα και οι σκέψεις είναι παροδικά, ότι αλλάζουν, ή (σε Βουδιστικούς όρους) ότι είναι κενά. Δεν έχουν καμία πραγματικότητα. Η μόνη μας ελευθερία βρίσκεται στο να γνωρίσουμε, μετά από χρόνια παρατήρησης και εμπειρίας, ότι όλες οι προσωπο-κεντρικές σκέψεις και συναισθήματα (και οι πράξεις που γεννιούνται απ' αυτές) είναι κενές. Είναι άδειες, αν όμως δεν ιδωθούν ως τέτοιες μπορούν να γίνουν επιβλαβείς. Όταν το συνειδητοποιήσουμε αυτό μπορούμε να τις εγκαταλείψουμε, κι όταν το κάνουμε, πολύ φυσικά εισερχόμαστε στο χώρο του θαυμαστού.

Πριν μερικά χρόνια σε ένα εργαστήρι, έκανα την άσκηση του κοιτάγματος στα μάτια με μια νέα γυναίκα, η οποία είπε ότι η ζωή της είχε γίνε κομμάτια λόγω του θανάτου του πατέρα της. Είπε ότι τίποτα απ' όσα είχε κάνει δεν της είχε προσφέρει κάποιο γαλήνεμα στην απώλεια της. Για 60 λεπτά κοιταζόμαστε στα μάτια. Λόγω της πρακτικής στο ζαζέν, είχα αρκετή δύναμη προκειμένου να κρατάω το βλέμμα μου σταθερό και αδιατάρακτο. Κάθε φορά που εκείνη κλονιζόταν, μπορούσα να την φέρω πίσω. Στο τέλος άρχισε να κλαιει. Αναρωτιόμουνα ποιο ήταν το πρόβλημα, άλλα τότε εκείνη είπε, "Ο πατέρας μου δεν έχει πάει πουθενά! Δεν τον έχει χάσει. Είναι εντάξει, βρήκα επί τέλους τη γαλήνη." Είδε ποια ήταν εκείνη και ποιος ήταν ο πατέρας της. Ο πατέρας της δεν ήταν απλά ένα σώμα που εξαφανίστηκε. Μέσα στο θαυμαστό, βρήκε ικανοποίηση.

Μπορούμε να ασκηθούμε στο να παρατηρούμε τον εαυτό μας καθώς θυμώνει: την εμφάνιση των σκέψεων, τις σωματικές αλλαγές, τη θερμότητα, την ένταση. Συνήθως δεν βλέπουμε τι συμβαίνει, γιατί όταν είμαστε θυμωμένοι ταυτιζόμαστε με την επιθυμίας μας να έχουμε "δίκιο." Και για να είμαστε ειλικρινείς, ούτε που ενδιαφερόμαστε για την πρακτική. Είναι πολύ μεθυστικό το να είσαι θυμωμένος. Όταν ο θυμός είναι σοβαρός το βρίσκουμε δύσκολο να εργαστούμε μαζί του. Μια χρήσιμη πρακτική είναι να εργαζόμαστε με όλους τους μικρότερους θυμούς που συμβαίνουν κάθε μέρα. Όταν μπορούμε να εργαζόμαστε μαζί τους καθώς συμβαίνουν, μαθαίνουμε'  έτσι, όταν έρχονται οι μεγαλύτερες αναστατώσεις, οι οποίες κανονικά θα μας σάρωναν, δεν μας συμπαρασύρουν τόσο πολύ. Και με τον καιρό εγκλωβιζόμαστε στο θυμό όλο και λιγότερο.

Υπάρχει ένα παλιό κόαν σχετικά με κάποιον μοναχό ο οποίος πήγε στον δάσκαλο του και του είπε, "Είμαι ένα πολύ θυμωμένο άτομο, και θέλω να με βοηθήσετε." Ο δάσκαλος είπε, "Δείξε μου τον θυμό σου." Ο μοναχός είπε, "Ξέρετε, αυτή τη στιγμή δεν είμαι θυμωμένος. Δεν μπορώ να σας τον δείξω." Και ο δάσκαλος είπε, "Τότε είναι ολοφάνερο ότι δεν είσαι εσύ ο θυμός, αφού μερικές φορές ούτε καν υπάρχει." Αυτό που είμαστε έχει πολλά πρόσωπα, αλλά αυτά τα πρόσωπα δεν είναι αυτό που είμαστε.

Με έχουν ρωτήσει, "Δεν είναι η παρατήρηση μια δυϊστική πρακτική; Γιατί όταν παρατηρούμε, κάτι παρατηρεί κάτι άλλο." Όμως, στην πραγματικότητα δεν είναι δυϊστική. Ο παρατηρητής είναι κενός. Αντί για έναν διαχωρισμένο παρατηρητή, θα έπρεπε να πούμε ότι υπάρχει μόνο παρατήρηση. Δεν υπάρχει κανείς που ακούει, υπάρχει μόνο ακρόαση. Δεν υπάρχει κανείς που βλέπει, υπάρχει μόνο όραση. Δεν μπορούμε όμως να το συλλάβουμε αυτό. Ωστόσο, αν ασκηθούμε αρκετά σοβαρά, μαθαίνουμε ότι όχι μόνο ο παρατηρητής είναι κενός, αλλά και το αντικείμενο της παρατήρησης είναι επίσης κενό. Στο σημείο αυτό ο παρατηρητής (ή ο μάρτυρας) καταρρέει. Αυτό είναι το τελικό στάδιο της πρακτικής' δεν χρειάζεται να ανησυχούμε γι' αυτό. Γιατί τελικά ο παρατηρητής καταρρέει; Όταν το τίποτα βλέπει τίποτα, τι έχουμε; Απλά το θαύμα της ζωής. Δεν υπάρχει κανείς που να είναι διαχωρισμένος από οτιδήποτε άλλο. Υπάρχει μόνο ζωή που ζει τον εαυτό της: ακοή, αφή, όραση, όσφρηση, σκέψη. Αυτή είναι η κατάσταση της αγάπης ή της συμπόνιας: όχι ότι "είμαι εγώ", αλλά ότι "είσαι Εσύ".

Συνεπώς, ο τρόπος πρακτικής που βρήκα ότι είναι ο πιο αποτελεσματικός, είναι το να αυξηθεί η δύναμη του παρατηρητή. Κάθε φορά που αναστατωνόμαστε το έχουμε χάσει. Αν παρατηρούμε δεν μπορούμε να αναστατωθούμε, γιατί ο παρατηρητής δεν αναστατώνεται ποτέ. "Το τίποτα" δεν μπορεί να αναστατωθεί. Αν λοιπόν μπορούμε να είμαστε ο παρατηρητής, βλέπουμε κάθε δράμα με ενδιαφέρον και συμπάθεια, αλλά χωρίς να αναστατωνόμαστε. Δεν έχω συναντήσει κανέναν που να έχει γίνει απόλυτα ο παρατηρητής. Υπάρχει όμως τεράστια διαφορά ανάμεσα σε κάποιον που μπορεί να είναι τον περισσότερο καιρό και σε κάποιον που μπορεί να είναι σπάνια. Σκοπός της πρακτικής είναι να αυξήσουμε τον απρόσωπο χώρο. Παρ' ότι ακούγεται ψυχρό -και ως πρακτική είναι ψυχρή- δεν δημιουργεί ψυχρούς ανθρώπους. Ακριβώς το αντίθετο. Όταν φτάνουμε στο στάδιο που ο παρατηρητής καταρρέει, αρχίζουμε να γνωρίζουμε τι είναι η ζωή. Ωστόσο, δεν είναι κάτι το απόκοσμο' σημαίνει απλά ότι όταν κοιτάζω κάποιο άλλο πρόσωπο, το κοιτάζω' δεν προσθέτω 10.000 σκέψεις σ' αυτό που βλέπω. Και αυτός είναι ο χώρος της συμπόνιας. Δεν χρειάζεται να προσπαθήσουμε να τον βρούμε. Είναι η φυσική μας κατάσταση όταν το εγώ είναι απόν.

Έχουμε γίνει πολύ αφύσικα όντα. Παρ' όλες όμως τις δυσκολίες μας, έχουμε μιαν ευκαιρία που μας προσφέρεται και που κανένα άλλο ζώο δεν έχει. Μια γάτα είναι το θαύμα' όμως η γάτα δεν το γνωρίζει, απλά το ζει. Εμείς, ως ανθρώπινες υπάρξεις, έχουμε την ικανότητα να το πραγματώσουμε. Απ' όσο ξέρω, είμαστε τα μοναδικά όντα πάνω στη γη που έχουμε αυτήν την ικανότητα. Αφού μας έχει δοθεί αυτή η ικανότητα -δημιουργημένοι κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση του Θεού- θα πρέπει να είμαστε απέραντα ευγνώμονες που έχουμε την ευκαιρία να πραγματώσουμε αυτό που είναι η ζωή και αυτό που είμαστε εμείς.

Θα πρέπει λοιπόν να έχουμε υπομονή -όχι μόνο κατά τη διάρκεια του sesshin, αλλά κάθε μέρα της ζωής μας- για να αντιμετωπίζουμε αυτό το γεμάτο πρόκληση καθήκον: να παρατηρούμε λεπτομερειακά όλες τις όψεις της ζωής μας ώστε να μπορούμε να δούμε τη φύση τους, μέχρις ότου ο παρατηρητής όταν κοιτάει δεν βλέπει παρά μόνο τη ζωή όπως αληθινά είναι, σε όλο το μεγαλείο της. Όλοι μας έχουμε τέτοιες στιγμές. Μετά από ένα sesshin, μπορεί να κοιτάξουμε ένα λουλούδι και για ένα δευτερόλεπτο να μην υπάρχει κανένα εμπόδιο. Η πρακτική μας συνίσταται στο να ανοίγουμε τη ζωή μας με αυτόν τον τρόπο όλο και περισσότερο. Αυτό είναι που έχουμε να κάνουμε εδώ πάνω στη γη. Στο τέλος-τέλος, όλες οι θρησκευτικές πειθαρχίες λένε το ίδιο πράγμα: εγώ και ο Πατέρας μου είμαστε ένα. Τι είναι ο Πατέρας μου; Όχι κάτι διαφορετικό από εμένα, αλλά αυτή η ίδια η ζωή: οι άνθρωποι, τα πράγματα, τα γεγονότα, τα κεριά, το γρασίδι, εγώ και ο Πατέρας μου είμαστε ένα. Καθώς ασκούμαστε, διευρύνουμε σιγά-σιγά αυτήν την πραγμάτωση.