Ποιος Είμαι;

Το θέμα του παρόντος άρθρου είναι πολύ ουσιαστικό για την άσκησή μας στο Ζεν: είναι το ίδιο το γεγονός της ύπαρξής μας. Αυτό, μαζί με το ερώτημα «Ποιος είμαι;», θα έπρεπε να μας απασχολούν, αλλά σπάνια το κάνουν. Περιέργως, πολύ λίγοι από μας θέτουν αυτό το ερώτημα. Είμαστε τόσο εγκλωβισμένοι στο πολυάσχολο της ζωής και των σχέσεων μας, ώστε παίρνουμε τη ζωή μας ως δεδομένη. Δεν διερωτόμαστε: «Ποιο είναι αυτό το πρόσωπο;», «Ποιος ζει αυτή τη ζωή;»

Στο βιβλίο του Suzuki Roshi Noυς του Ζεν, Νους του Αρχάριου, συνάντησα δύο προτάσεις που με έκαναν να σκεφτώ για τη σπουδαιότητα αυτού του ερωτήματος. Η πρώτη πρόταση είναι πολύ θεμελιώδης, αλλά όταν τη διαβάζεις την προσπερνάς αμέσως. Είναι πολύ απλή, πολύ βασική για να προσελκύσει την προσοχή σου. Λέει: «Η επίγνωση ότι είσαι εδώ τώρα είναι το ύστατο γεγονός.» Το ύστατο γεγονός, η απόλυτα βασική αλήθεια: αυτό μόνο, η επίγνωση ότι είσαι εδώ, ότι υπάρχεις. Τώρα, αυτή η δήλωση μου γεννάει έναν σωρό ερωτήματα. Για παράδειγμα: «Ποιος είμαι εγώ;» Μπορώ πάντα να δίνω μια εύκολη απάντηση σ’ αυτό: Είμαι ο πατέρας τριών παιδιών, είμαι σύζυγος, κάνω αυτό το επάγγελμα, μ’ αρέσει να κάνω αυτό, δεν μ’ αρέσει να κάνω το άλλο, σκέφτομαι μ’ αυτόν τον τρόπο κ.ο.κ Θα μπορούσα να γράψω μια βιογραφία και να πω: «Να ποιος είμαι.» Όμως, δεν είναι αυτό για το οποίο μιλά ο Suzuki Roshi, ούτε αυτό για το οποίο μιλώ εγώ. Το βιογραφικό υλικό είναι επιφανειακό. Εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τις περιστάσεις της ζωής σου. Ποιος είσαι λοιπόν, τι είσαι αν όχι αυτή η εικόνα που εμφανίζεται στη βιογραφία; Τι βρίσκεται κάτω από την επιφανειακή εικόνα; Αυτό είναι το βασικό κόαν: Ποιος είμαι; Τι είμαι; Στην πραγματικότητα αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα στο Ζεν: Τι είναι ο εαυτός;

Από την εποχή του Βούδα οι άνθρωποι έθεταν αυτό το ερώτημα και έτσι δημιουργήθηκε η διατύπωση, η οποία είναι γνωστή ως τα τέσσερα χαρακτηριστικά της ύπαρξης: τα τέσσερα χαρακτηριστικά κάθε τι που υπάρχει. Η διατύπωση αυτή μπορεί να μας φαίνεται λίγο άκαμπτη, αλλά αυτό οφείλεται στο ότι είναι μια απλή και λιτή δήλωση. Αυτά τα τέσσερα χαρακτηριστικά είναι: πρώτο, η παροδικότητα. Οτιδήποτε υπάρχει είναι παροδικό. Βρίσκεται εδώ για λίγο και έπειτα από ένα λεπτό, ένα χρόνο ή εκατό χρόνια, φεύγει. Δεν πρόκειται να βρίσκεται εδώ για πάντα. Δεύτερο, ο πόνος. Η λέξη που χρησιμοποίησε ο Βούδας είναι Dukkha, η οποία θα μπορούσε καλύτερα να μεταφραστεί ως «έλλειψη ικανοποίησης.» Η ζωή δεν είναι σχεδιασμένη να σου δίνει αυτό που θέλεις, να είναι πάντοτε έτσι όπως εσύ θέλεις. Όταν τα πράγματα δεν παίρνουν την τροπή που θέλεις, αισθάνεσαι ότι η ζωή δεν είναι ικανοποιητική. Το τρίτο χαρακτηριστική είναι η κενότητα, που σημαίνει ότι κανένα πράγμα δεν έχει έναν ουσιαστικά μόνιμο εαυτό ή ύπαρξη. Και τέλος, το τέταρτο χαρακτηριστικό είναι η έλλειψη ενός εγώ. Αυτό σημαίνει απλά ότι δεν υπάρχει ούτε «εσύ» ούτε «εγώ», με την συνηθισμένη έννοια αυτών των αντωνυμιών. Όπως είπα και πριν, αυτός είναι ένας πολύ τραχύς τρόπος για να κοιτάξουμε το ερώτημα: «Ποιος είμαι;» Η διατύπωση αυτή μοιάζει να λέει ότι δεν υπάρχει κανείς εκεί, και αυτό είναι κάπως απλουστευτικό καθ’ όσον υπάρχει και μια άλλη πλευρά του όλου θέματος. Υπάρχει η καθημερινή μας ύπαρξη όπου λειτουργούμε σαν να υπάρχει κάποιος εκεί. Σκεφτόμαστε με σιγουριά ότι κάποιος υπάρχει εκεί, ένα ιδιαίτερο πρόσωπο. Αυτή είναι η ουσιαστική πηγή όλου του πόνου μας, η αίσθηση ότι η ζωή δεν είναι όπως θα έπρεπε να είναι. Είμαστε απόλυτα πεπεισμένοι ότι υπάρχει κάποιο πρόσωπο εκεί, ένα πρόσωπο για το οποίο δεν ξέρουμε τα πάντα. Ωστόσο, υπάρχει κάποιος εκεί και αυτός ο κάποιος είναι σταθερός. Είναι πάντα εκεί.

Όμως, παρ’ όλες τις διαβεβαιώσεις μας, στην πραγματικότητα δεν πιστεύουμε αληθινά ότι υπάρχουμε. Αν πραγματικά το πιστεύουμε, γιατί ζούμε με τον τρόπο που ζούμε; Ένα μεγάλο ποσοστό απ’ ότι κάνουμε, δεν θα το κάναμε αν πιστεύαμε σ’ αυτόν τον μόνιμο εαυτό, στο εγώ για το οποίο φτιάχνουμε βωμούς και το λατρεύουμε. Αν πιστεύαμε στην ύπαρξη μας δεν θα κάναμε όλα αυτά στα οποία σπαταλούμε τη ζωή μας, προκειμένου να αποδείξουμε στον εαυτό μας και στους άλλους ότι πραγματικά υπάρχουμε. Γινόμαστε κατάφωρα ανταγωνιστικοί προκειμένου να επιβεβαιώσουμε ότι υπάρχουμε. Γινόμαστε φιλόδοξοι. Ζητάμε πάντοτε από τους άλλους να επιβεβαιώσουν την ύπαρξη μας. Δεν είναι αλήθεια; Το κάνουμε σ’ όλους, κάθε στιγμή. Αυτό που μου έδωσε την ιδέα γι’ αυτό το άρθρο, ήταν η καθαρότητα με την οποία είδα στον εαυτό μου και στους άλλους αυτήν την ανάγκη για επιβεβαίωση. Το κάνουμε στα παιδιά μας, στους φίλους μας, στο σύντροφό μας, στους ανθρώπους με τους οποίους δουλεύουμε, και ιδιαίτερα σ’ εκείνους για τους οποίους δουλεύουμε. Έχουμε ιδιαίτερο άγχος να πάρουμε αυτή την επιβεβαίωση από τον πνευματικό μας δάσκαλο. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι μας ικανοποιούν όσο εκπληρώνουν αυτόν τον ρόλο. Όταν μας απογοητεύουν, φεύγουν γρήγορα από τη ζωή μας.

Τι είναι αυτό; Από τη μια, είμαι σθεναρά πεπεισμένη ότι είμαι αυτό το πρόσωπο, η Joko. Από την άλλη, ωστόσο, υπάρχει μια συνεχής αμφιβολία: «Υπάρχω;» Βοηθήστε με! Επιβεβαιώστε με! Και στη συνέχεια, ένα βήμα παραπέρα, επιδοκιμάστε με! Έτσι είμαστε παγιδευμένοι και υποφέρουμε. Από εκεί προέρχεται ο περισσότερος από τον πόνο μας, αυτή είναι η ρίζα. Και το ερώτημα που ποτέ δεν κάνουμε μέσα σ’ όλη αυτήν την σύγχυση είναι: «Ποιος είμαι;»

Νωρίτερα, μίλησα για δύο φράσεις του Suzuki Roshi και ανέφερα την μία απ’ αυτές: «Η επίγνωση ότι είσαι εδώ, αυτή τη στιγμή, είναι το ύστατο γεγονός.» Η δεύτερη είναι: «Αυτό είναι το σημείο που θα συνειδητοποιήσεις με την άσκηση στο Ζεν.» Με άλλα λόγια, το ερώτημα: «Ποιος είμαι;» ταυτίζεται με το ερώτημα: «Τι είναι η άσκηση Ζεν;»
Κατά τη γνώμη μου ο 20ος αιώνας χαρακτηρίστηκε όχι τόσο από τις τεχνολογικές προόδους, ή από το γεγονός ότι βρισκόμαστε σχεδόν συνεχώς σε πόλεμο, όσο από την ανάπτυξη και την εμμονή με την ψυχολογία. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθήσαμε, με κάποια μορφή μόδας, να καταπραύνουμε το άγχος μας απ’ αυτό το αναπάντητο ερώτημα. Οι αυθεντίες του χώρου μας λένε ποιοι είμαστε, και επιπλέον μας λένε ότι μπορούμε να βελτιώσουμε αυτό που είμαστε. Με αρχή τον Freud υπήρξε μια σειρά από αυθεντίες, η κάθε μια με τη θεωρία της και τα δικά της στοιχεία, να διαφωνούν για τη φύση του ανθρώπινου νου. Ο Freud επινόησε το εγώ, μια λέξη που όλοι χρησιμοποιούμε έστω κι αν δεν υπάρχει καμία απόδειξη για την ύπαρξη του. Ο Skinner προσπάθησε να αποδείξει ότι δεν υπάρχει νους και ότι είμαστε αποτέλεσμα των συνθηκών της ζωής. Ο Pavlof και τα φημισμένα σκυλιά του προχώρησαν τη θεωρία περί καθορισμένων αντανακλαστικών στον ύστατο παραλογισμό. Το ίδιο έγινε με τον Yung και αρκετούς άλλους, ο καθένας θεωρώντας ότι έχει την τελική αλήθεια για το ζήτημα του εαυτού. Προς το τέλος του αιώνα όλο αυτό έχει πάρει τη μορφή ρηχού πραγματισμού, ο οποίος είναι πολύ χρήσιμος, αλλά που δεν ενδιαφέρεται καν να δώσει απάντηση στο ερώτημα της ύπαρξης. Απλά μοιράζει χάπια και τακτοποιεί τα προβλήματα, έτσι ώστε να μπορούμε όλοι να προσαρμοζόμαστε ευχάριστα στην όλο και πιο δυσλειτουργική κοινωνία μας. Αν δεν συμπεριφέρεσαι σωστά, μπορείς να προσλάβεις κάποιον για να σου βεβαιώνει ότι το κάνεις. Αυτό όμως δεν απαντά το ερώτημα μας και συνεχίζουμε να μην αισθανόμαστε άνετα με ό,τι βλέπουμε στον εαυτό μας.

Υπάρχει ένα κομμάτι  στο Genjokoan του Dogen Zenji που δείχνει μιαν εντελώς άλλη κατεύθυνση στην ενασχόληση μας με το ζήτημα της ύπαρξης. Ο τίτλος της πραγματείας είναι μάλλον δύσκολος να αποδοθεί, αλλά θα μπορούσαμε να το προσπαθήσουμε ως: Η Πραγμάτωση της Ουσιαστικής Αλήθειας, ή Πραγματώνοντας την Ουσιαστική Αλήθεια. Μοιάζει αρκετά με τη δήλωση του Suzuki Roshi: «Η επίγνωση ότι είσαι εδώ, αυτή τη στιγμή, είναι το ύστατο γεγονός.» Περίπου στο ένα τρίτο της πραγματείας του Dogen συναντάμε το γνωστό απόσπασπα: «Η μελέτη του δρόμου του Βούδα ισοδυναμεί με την μελέτη του εαυτού. Η μελέτη του εαυτού ισοδυναμεί με το να ξεχάσουμε τον εαυτό. Το να ξεχάσουμε τον εαυτό ισοδυναμεί  με το να φωτιστούμε  απ’ όλα τα πράγματα. Το να φωτιστούμε απ’ όλα τα πράγματα ισοδυναμεί με το να εγκαταλείψουμε το σώμα / νου, το δικό μας και των άλλων.» Θα πρέπει να τονιστεί ότι δεν πρόκειται για μια σειρά από οδηγίες του τύπου «πρώτα κάνετε αυτό, έπειτα αυτό…» Όλες οι παραπάνω δραστηριότητες συμβαίνουν ταυτόχρονα όταν η ουσιαστική αλήθεια πραγματώνεται.

Ας ξεκινήσουμε με την πρώτη φράση: «Η μελέτη του δρόμου του Βούδα ισοδυναμεί μη την μελέτη του εαυτού.» Έχει να κάνει με το κεντρικό ερώτημα στο Ζεν: τι είναι ο εαυτός; Ποιος είμαι; Μπορεί αυτό να μοιάζει με ένα ενδιαφέρον πρόβλημα στην υπαρξιστική φιλοσοφία, όμως, από την εμπειρία σας θα ανακαλύψετε ότι η έλλειψη ικανοποίησης που χαρακτηρίζει τη ζωή, αυξάνεται λόγω της άγνοιας για τη σπουδαιότητα αυτού του ερωτήματος… Ερχόμαστε στο Ζεν γιατί έχουμε την αίσθηση ότι η στάση που έχουμε πάρει απέναντι στη ζωή δεν είναι ικανοποιητική. Δεν έχουμε εκείνο το είδος της ζωής που θα θέλαμε. Στο σημείο αυτό ο καθένας μας πρέπει να θέσει το ερώτημα: «Ποιος ορίζει αυτή τη ζωή;» Να γιατί το «Ποιος είμαι» συνιστά το θεμελιώδες ερώτημα. Έτσι: «Η μελέτη του δρόμου του Βούδα ισοδυναμεί με τη μελέτη του εαυτού.» Είναι αυτό που κάνουμε όταν καθόμαστε στα μαξιλάρια μας και ασκούμαστε στο ζαζέν. Δεν ρωτάμε απαραίτητα: «τι είναι αυτό, τώρα αυτό τι είναι;» Όμως, αυτό που κάνουμε είναι να βιώνουμε αυτό που είμαστε, άμεσα και χωρίς κανένα εννοιολογικό φιλτράρισμα.

Η επόμενη δήλωση του Dogen είναι: «Η μελέτη του εαυτού ισοδυναμεί με το να ξεχάσεις τον εαυτό.» Για να μπορέσεις να δεις ποιος είσαι αληθινά, πρέπει να ξεφορτωθείς όλες τις ιδέες που έχεις σχετικά με το ποιος και τι είσαι. Οτιδήποτε έχεις μάθει, οτιδήποτε νομίζεις ότι ξέρεις, πρέπει να το ξεφορτωθείς και να ξεχάσεις τον εαυτό που νομίζεις ότι είσαι. Τότε: «Το να ξεχάσεις τον εαυτό σου ισοδυναμεί με το να φωτιστείς απ’ όλα τα πράγματα.» Όταν ξεφορτώνεσαι τις εικόνες που έχεις για τον εαυτό σου – δηλαδή, αυτό που πιστεύεις, αυτό που νομίζεις για τα πράγματα, τον προγραμματισμό που έχει δημιουργήσει μέσα σου διάφορες απόψεις –, όταν τα έχεις όλα αυτά ξεφορτωθεί, τότε βιώνεις την πραγματικότητα της ζωής σου άμεσα, ωμά, χωρίς κανένα φιλτράρισμα. Το γεγονός είναι ότι ζούμε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας μέσα στην ψευδαίσθηση που έχουμε δημιουργήσει σχετικά με το ποιοι είμαστε. Αυτός είναι ο εαυτός που πρέπει να ξεφορτωθούμε. Τη στιγμή που το κάνουμε βιώνουμε αυτό που πραγματικά είναι. Ο Suzuki Roshi λέει: «Η επίγνωση ότι είσαι εδώ, αυτή τη στιγμή, είναι το ύστατο γεγονός.» Αυτό είναι που θα βιώσετε στην πρακτική του ζαζέν. Είναι αυτό που ονομάζουμε φώτιση: αυτή την εμπειρία του «εδώ, αυτή τη στιγμή», της πραγματικότητας της ζωής.

Στη συνέχεια ο Dogen λέει: «Το να φωτιστείς απ’ όλα τα πράγματα ισοδυναμεί με το να ξεφορτωθείς το σώμα / νου, το δικό σου και των άλλων.» Εγκατάλειψε κάθε έννοια σχετικά με τον εαυτό σου και τους άλλους, αυτό που ο Dogen ονομάζει σώμα / νου. Πρόκειται για έναν πολύ απλό τρόπο για να κοιτάει κανείς την πραγματικότητα, και είναι η ουσιαστική πρακτική που ακολουθούμε στο Ζεν. Ο Maezumi Roshi έχει κάνει ένα χρήσιμο σχόλιο σ’ αυτό το απόσπασμα από το Genjokoan, το οποίο είναι αρκετά χρήσιμο στην κατανόηση του μηνύματος του Dogen. «Ο εαυτός για τον οποίο συνήθως μιλάμε δεν είναι ο αληθινός εαυτός, αλλά μάλλον μια ψευδαίσθηση, μια ιδέα, μια σκιά … Το να ξεχάσουμε τον εαυτό μας ισοδυναμεί με το να πάμε πέρα από αυτούς τους περιορισμούς εξαλείφοντας τη σχέση υποκειμένου-αντικειμένου και να αντιληφθούμε την πραγματικότητα άμεσα. Αυτό εννοείται όταν γίνεται αναφορά στην ύπαρξη "χωρίς εαυτό". Αυτή είναι η πρακτική μας.» Η συνηθισμένη εικόνα μας είναι εξαιρετικά περιορισμένη γιατί θεωρείται από μια στενή οπτική γωνία – όλη μας η ζωή μειωμένη σε ένα στιγμιότυπο, ή ίσως σε ένα άλμπουμ από στιγμιότυπα. Αυτά είναι κομμάτια από τη ζωή μας που τα έχουμε οργανώσει σε μια εικόνα, προκειμένου να υποστηρίξουν την ψευδαισθησιακή ιδέα που έχουμε για κάποιο μόνιμο εαυτό. «Το να ξεχάσεις τον εαυτό ισοδυναμεί με το να πας πέρα από τους περιορισμούς, εξαλείφοντας τη σχέση υποκειμένου-αντικειμένου και να αντιληφθείς την πραγματικότητα άμεσα.» Καταλαβαίνετε τι λέει ο Maezumi Roshi εδώ; Όταν δημιουργούμε μια ψεύτικη εικόνα του εαυτού, εκείνου που «εγώ» είμαι, καθορίζουμε πάντοτε τον εαυτό σε σχέση με το «εσύ» ή το «εκείνο» ή το γνωστό «εκείνοι.» Είμαι αυτό και είσαι το άλλο. Με τον τρόπο αυτό δημιουργούμε τη σχέση υποκειμένου-αντικειμένου και έτσι καθορίζουμε τον εαυτό, την λαθεμένη ιδέα του εαυτού. Είμαι δημοκρατικός και είσαι ρεπουμπλικάνος. Είμαι αυτό και είσαι το άλλο. Αυτό έχει τη χρησιμότητα του στην καθημερινή μας ζωή, αλλά αν αυτός είναι ο τρόπος  που βασικά βλέπουμε τον εαυτό μας και τους άλλους, ζούμε σ’ έναν κόσμο απόλυτης ψευδαίσθησης. Αν καθίσετε και το σκεφτείτε θα δείτε ότι είναι μια φανερή ψευδαίσθηση. Δημιουργεί εννοιολογικά όρια τα οποία δεν έχουν απόλυτη ύπαρξη. Δεν έχουμε παρά απλώς μια ιδέα, μόνο φόβους για ανθρώπους και πράγματα, ιδέες που έχουμε διδαχτεί απ’ τους γονείς μας, τους δασκάλους μας και το εν γένει πολιτιστικό μας περιβάλλον. Κανένα απ’ αυτά δεν έχει να κάνει με την άμεση βίωση της ζωής αυτήν ακριβώς τη στιγμή. Όμως, υπάρχει αυτός ο σωρός από ανοησίες, από περιττά σκουπίδια τα οποία φορτωνόμαστε πάνω μας.

Θα ήθελα να σας διηγηθώ μια ιστορία που αναφέρει ο Uchiyama Roshi στα βιβλία του. Μπορεί αρχικά να φαίνεται λίγο αφελής, περιέχει όμως μια αρκετά βαθιά διδασκαλία. Η ιστορία διαδραματίζεται σ’ ένα χωράφι πίσω από ένα ναό Ζεν. Στο χωράφι αυτό υπάρχει φυτεμένη μια αναρριχόμενη κολοκυθιά, γεμάτη με κολοκυθάκια. Τα κολοκυθάκια αυτά αρχίζουν να φωνάζουν και να μαλώνουν μεταξύ τους, χωρίζονται σε δύο ομάδες και το ένα πειράζει το άλλο. Ένας ιερέας μέσα στο ναό ακούει τη φασαρία και βγαίνει έξω να επιπλήξει τα κολοκυθάκια. Τους λέει να σταματήσουν τη διαμάχη τους και τους διδάσκει πώς να κάνουν ζαζέν. Όταν αυτά ηρεμούν μέσα απ’ το κάθισμα τους και ο θυμός και ταραχή τους εξαφανίζονται, ο ιερέας τους ζητάει να βάλουν τα χέρια τους στην κορυφή του κεφαλιού τους. Όταν το κάνουν, ανακαλύπτουν ξαφνιασμένα ότι υπάρχει ένας βλαστός που τα συνδέει με όλα τα άλλα κολοκυθάκια του χωραφιού. Συνειδητοποιούν ότι μοιράζονται όλα την ίδια ζωή και όχι διαφορετικές. Στο εξής, τα κολοκυθάκια συμβιώνουν χωρίς κανένα πρόβλημα.

Πρόσφατα είδα τα αριθμητικά στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα μια επιστημονική ομάδα η οποία χαρτογραφεί τα γονίδια του ανθρώπου και αρκετών άλλων όντων. Πολύ μικρές γενετικές διαφορές ανάμεσα στις διάφορες φυλές, αληθινά ασήμαντες υπό μια ευρύτερη οπτική γωνία, αποτελούν συχνά την αιτία για εκρήξεις πέρα από κάθε μέτρο και χρησιμοποιούνται ως δικαιολογία για τη διάπραξη γενοκτονιών. Δεν πάει πολύς καιρός που ένα μεγάλο μέρος της λευκής Αμερικάνικης κοινωνίας θεωρούσε τους μαύρους και τους Ασιάτες ως υπάνθρωπους! Η πρόσφατη φρίκη στη Βοσνία δικαιολογήθηκε ως «εθνική κάθαρση». Όπως βλέπετε, το θέμα της ομιλίας μου δεν είναι απλά ένα ενδιαφέρον φιλοσοφικό ζήτημα. Τα αποτελέσματα της άγνοιας μας είναι θανατηφόρα για μας και τους γείτονες μας. Αν αμφιβάλετε γι’ αυτό, θα πρέπει να επισκεφτείτε το Άουσβιτς για να δείτε ολόκληρα δωμάτια γεμάτα με παιδικά παπούτσια, ή με προσωπικά αντικείμενα όσων πέθαναν εκεί – αναντίρρητη απόδειξη της «ανθρώπινης απανθρωπιάς προς τον άνθρωπο». Όταν βλέπουμε τα πράγματα από την στενή οπτική γωνία εκείνου που θεωρούμε τον εαυτό μας, αναπτύσσουμε διαφορές στο λεπτό και οι διαφορές εκρήγνυνται σε θέματα ζωής ή θανάτου. Αυτές οι μικρές διαφορές θεωρούνται τόσο σημαντικές για την ιδέα του ποιος είμαι και ποια είναι η ιδιαίτερη πολιτισμική ή εθνική μου ομάδα, που σκοτώνω ευχαρίστως γι’ αυτές. Όταν, όμως, μπορέσω να δω την αλληλοσύνδεση όλης της ζωής, οι διαφορές αυτές δεν είναι τίποτα. Αυτό είναι και το κεντρικό σημείο της ιστορίας με τα κολοκυθάκια – το ότι δημιουργούμε το μεγαλύτερο μέρος του πόνου στον κόσμο λόγω της λαθεμένης ιδέας του ποιοι και του τι είμαστε.

Δεν είναι ώρα για όλους μας να καθίσουμε και να κάνουμε λίγο ζαζέν ώστε να μπορέσουμε να ανακαλύψουμε ποια είναι η αλήθεια της ζωής μας; Ο καθένας μας πρέπει να βρει ποιος είναι μέσω της πρακτικής. Κανείς άλλος δεν μπορεί να μας το πει. Το κάθε κολοκυθάκι πρέπει να ανακαλύψει τη σύνδεση του με το φυτό της κολοκυθιάς. «Η επίγνωση ότι είσαι εδώ, αυτή τη στιγμή, είναι το υπέρτατο γεγονός.» Όχι ποιος νομίζεις ότι είσαι ή τι θεωρείς σημαντικό ή τι είσαι επαγγελματικά: απλά το ότι είσαι εδώ, αυτή τη στιγμή. Τώρα σας προκαλώ να θέσετε το ερώτημα: «Ποιος είμαι; Ποιος είναι εδώ, αυτή τη στιγμή;» Δυστυχώς δεν μπορείτε να απαντήσετε αυτήν τη πρόκληση. Ασκηθείτε στο ζαζέν για δέκα χρόνια και τότε ίσως αρχίσετε να πραγματώνετε, όχι να εκλογικεύετε την αλήθεια της ύπαρξης σας.

Μετά από τις τέσσερις φράσεις του Dogen που ανάφερα προηγουμένως ακολουθεί αυτή η τελική: «Κανένα ίχνος φώτισης δεν παραμένει, και αυτή η χωρίς-ίχνος φώτιση συνεχίζεται για πάντα.» Είναι άραγε αυτή η απάντηση στο ερώτημα μας: «Ποιος είμαι;»