Δύο Κινήσεις Συνειδητοποίησης

Παρότι η ενόραση ότι δεν είμαστε ούτε το σώμα ούτε ο νους μπορεί να δημιουργήσει μια μεγάλη ανακούφιση, αυτό που κάνει στην ουσία είναι να αποκαλύψει τις ψεύτικες πεποιθήσεις για το ποιοι ή τι αληθινά είμαστε. Δεν αποκαλύπτει την αλήθεια που βρίσκεται από κάτω. Και επειδή η αλήθεια για την ουσία της ύπαρξής μας είναι περισσότερο μια άμεση εμπειρία, είναι δυνατό να διαλύσουμε το εγώ χωρίς να αγγίξουμε την αληθινή μας φύση. Κατά μία έννοια, μπορεί να αφυπνιστούμε στον νου, αλλά όχι στην καρδιά.

Όταν συμβαίνει αυτό, υπάρχει ταυτόχρονα η αίσθηση της ανακούφισης από την πίεση που δημιουργεί η υπερ-ταύτιση με το σώμα και τον νου, και μια βαθειά αίσθηση έλλειψης νοήματος. Αν δεν «υπάρχω», τότε ποιο είναι το νόημα; Δεν έχει πια σημασία τι κάνει το φανταστικό «εγώ» ή τι του συμβαίνει. Στην πραγματικότητα, τίποτα δεν έχει σημασία γιατί είναι όλα ψευδαίσθηση. 

Όταν οι ασχολούμενοι σοβαρά με την αυτογνωσία τους οδηγούνται σε μια βαθιά εμπειρία συνειδητοποίησης της ανυπαρξίας του εγωικού εαυτού, μπορεί να δημιουργήσουν μια καινούργια λεπτοφυή πεποίθηση ότι η απουσία εαυτού είναι το μόνο που τελικά υπάρχει. «Δεν είμαι το σώμα μου, δεν είμαι ο νους μου, δεν υπάρχω», μπορεί να είναι τα τελικά συμπεράσματα. Και παρότι τα συμπεράσματα αυτά είναι αληθινά, δεν είναι ολόκληρη η αλήθεια. 

Πίσω από ολόκληρη τη δραστηριότητα του νου βρίσκεται η χωρίς σκέψεις πραγματικότητα της Ύπαρξης, της αληθινής μας φύσης. Πίσω από την ιδέα του μήλου, μπορεί κανείς να βιώσει την πραγματικότητα ενός ζουμερού, γλυκού κομματιού φρούτου. Βέβαια, είναι πολύ πιο λεπτοφυές όταν ερχόμαστε στην αληθινή μας φύση, γιατί η πραγματικότητα που βρίσκεται πίσω από την ψεύτικη ταύτιση με το εγώ δεν είναι υλική. Είναι ένας εντελώς κενός συνειδητός χώρος, ο οποίος είναι γεμάτος από τη λεπτοφυή ουσία της παρουσίας σε όλες τις ουσιαστικές της μορφές: ειρήνη, ευτυχία, αγάπη, διαύγεια, δύναμη και πολλές άλλες. Πώς όμως γίνεται αυτός ο κενός χώρος που είναι γεμάτος με τα πάντα να είναι το μόνο πράγμα που έχει σημασία; 

Ο νους δεν μπορεί να τη συλλάβει πλήρως, αφού η παρουσία υπάρχει πέρα από έννοιες και πέρα ακόμη από τις ίδιες τις μορφές της. Κι όμως, αυτό είναι που είμαστε. Μπορούμε να το βιώσουμε με πιο λεπτοφυείς αισθήσεις από τις φυσικές αισθήσεις και τον νου. Τελικά, το «νοιώθουμε» με το να είμαστε αυτό. Είμαστε αυτή ακριβώς η κενή παρουσία. 

Με αυτή τη δεύτερη κίνηση συνειδητοποίησης της ουσίας, της παρουσίας και της πληρότητας της Ύπαρξης, εξουδετερώνουμε την πεποίθηση ότι αφού δεν υπάρχουμε ως μεμονωμένα εγώ, δεν υπάρχει τίποτα και όλα είναι ψευδαίσθηση. Η συνειδητοποίηση αυτή προσδίδει μια αίσθηση νοήματος και σκοπού στη σχετική ζωή του σώματος και του νου, όχι ως μέσα επιβεβαίωσης της ιδέας για τον εαυτό μας, αλλά ως καθαρή έκφραση του θαύματος και της ομορφιάς αυτής της βαθύτερης πραγματικότητας.