Υπερπροσωπική Εργασία

Στο επίπεδο του υπερπροσωπικού παρατηρητή, του συνειδητού εαυτού, το άτομο είναι δυνατόν να έχει ξανά εκείνη τη θεμελιώ­δη διαίσθηση που πιθανά είχε όταν ήταν παιδί. Δηλαδή, από τη στιγμή που η συνείδηση υπερβαίνει ριζικά τον ξεχωριστό εαυ­τό, τότε αντιλαμβάνεται ότι είναι μοναδική και αθάνατη.

Σχεδόν όλα τα παιδιά αναρωτιούνται κάποια στιγμή: «Τι θα ήμουν αν είχα διαφορετικούς γονείς»; Με άλλα λόγια, το παιδί αντιλαμβάνεται με ειλικρίνεια πως η ίδια η συνείδηση (εκείνος ο εσωτερικός Μάρτυρας η αίσθηση του Εγώ) δεν περιορίζεται αποκλειστικά στις ιδιαίτερες εξωτερικές μορφές του νου και του σώματος που εμψυχώνει. Κάθε παιδί νιώθει ότι θα ήταν «Εγώ» ακόμη και αν είχε διαφορετικούς γονείς και σώμα. Γνωρίζει πως ίσως φαινόταν και δρούσε διαφορετικά αλλά θα εξακο­λουθούσε να είναι «Εγώ». («Έχω νου, σώμα και συναισθήματα αλλά δεν είμαι ο νους, το σώμα και τα συναισθήματα»). Το παι­δί θέτει την ερώτηση «θα εξακολουθούσα να είμαι Εγώ αν είχα διαφορετικούς γονείς;» επειδή θέλει να του εξηγήσουν την υπερβατικότητά του. Δηλαδή το λόγο για τον οποίο θα συνέχιζε να είναι και να αισθάνεται την ίδια «εσωτερική αίσθηση του Εγώ», ακόμη και αν είχε διαφορετικούς γονείς. Βέβαια, οι γο­νείς που ίσως έχουν λησμονήσει από πολύ καιρό το δικό τους υπερπροσωπικό εαυτό, δεν μπορούν να δώσουν στο παιδί μία αποδεκτή απάντηση. Αλλά έστω και για λίγο, οι περισσότεροι γονείς κοντοστέκονται και διαισθάνονται πως εδώ υπάρχει κάτι που είναι πολύ σημαντικό αλλά δεν μπορούν να θυμηθούν τι είναι.    

Οποιοδήποτε άτομο αρχίζει να διαισθάνεται ουσιαστικά τον υπερπροσωπικό εαυτό, ίσως αντιληφθεί ότι δεν υπάρχει παρά ένας Εαυτός που παίρνει όλες αυτές τις διαφορετικές εξωτερικές μορφές. Το συγκεκριμένο άτομο έχει τη διαίσθηση της ίδιας εσωτερικής αίσθησης του Εγώ που υπερβαίνει το σώμα. Αυτός ο μοναδικός Εαυτός υπερβαίνει το νου και το σώμα και επομένως είναι ένα και το αυτό με όλα τα ενσυνείδητα όντα. Όπως ακρι­βώς μπορεί να περπατήσει το άτομο από το ένα δωμάτιο στο άλλο, χωρίς ουσιαστικά να αλλάζει το εσωτερικό συναίσθημα του Εγώ, έτσι επίσης δεν είναι διαφορετικό το άτομο που έχει διαφορετικό σώμα και διαφορετικές μνήμες και αισθήσεις. Εί­ναι ο παρατηρητής όλων αυτών των αντικείμενων, αλλά δε δέ­νεται μαζί τους. 

Η διαίσθηση πως ο υπερπροσωπικός εαυτός προχωράει πέ­ρα από τον ατομικό οργανισμό φέρει μαζί της και την αίσθηση της αθανασίας. Οι περισσότεροι άνθρωποι κρύβουν την εσωτε­ρική αίσθηση ότι είναι αθάνατοι. Δεν μπορούν να φανταστούν τη μη ύπαρξη τους. Κανείς δεν μπορεί! Ωστόσο, το μέσο άτομο, επειδή λειτουργεί μόνο στο επίπεδο του εγώ ή της προσωπικότητας, φαντάζεται λαθεμένα και επιθυμεί βαθιά πως ο ατομικός του εαυ­τός θα ζήσει για πάντα. Δεν είναι αλήθεια ότι ο νους, το εγώ ή το σώμα είναι αθάνατα. Όπως όλα τα επίκτητα πράγματα, έτσι και αυτά θα πεθάνουν. Όπως θέτει το ζήτημα ο Σάνκαρα, μετενσάρκωση δε σημαίνει ότι το εγώ περνάει μέσα από διαδοχικές υπάρξεις, αλλά ότι ο υπερβατικός εαυτός είναι ο «έ­νας και μοναδικός μετανάστης». 

Επομένως, πρέπει κατά κάποιο τρόπο, να «πεθάνουμε» στον ψεύτικο και χωριστικό εαυτό μας για να αφυπνισθούμε στον αθάνατο και υπερπροσωπικό. Ίσως είναι γνωστή η περίφημη παραδοξολογία: «Αν πεθάνεις πριν πεθάνεις, τότε όταν πεθάνεις δε θα πεθάνεις». Αλλά και οι μυστικιστές βεβαιώνουν ότι «Κα­νείς δε δέχεται τόσα πολλά από το Θεό, όσα εκείνος που είναι ολοκληρωτικά νεκρός». Για αυτόν ακριβώς το λόγο αναφέρουν ότι δε φοβούνται πια το θάνατο όσοι ασκούνται σταθερά σε κάποια μορφή υπερπροσωπικής «εργασίας».