Η Αποδοχή του Τώρα

Από τη στιγμή που επιστρέφουμε στο τώρα, το θέμα είναι η παραμονή σ’ αυτό. Κατά τη διάρκεια της ημέρας όλοι μας επιστρέφουμε σ’ αυτό αρκετές φορές, λίγοι όμως παραμένουν σ’ αυτό για αρκετό διάστημα λόγω του ότι ο νους το αρνείται σχεδόν αμέσως. Ο νους λέει όχι στην ακινησία και στη γαλήνη του τώρα γιατί δεν βρίσκει ενδιαφέρον μέσα του. Για τον ίδιο λόγο αρνείται και τις υπόλοιπες όψεις του τώρα. Για παράδειγμα, αν μέρος της στιγμής είναι η εμπειρία του θυμού, την αρνείται σκεπτόμενος γι’ αυτόν και δημιουργώντας έτσι περισσότερο συναίσθημα αντί να παραμείνει με τη βίωσή του. Οι σκέψεις σχετικά με κάτι είναι στην πραγματικότητα ένας τρόπος απόρριψής του, επειδή ακριβώς οι σκέψεις μάς απομακρύνουν από τη βίωσή του, που είναι και η αλήθεια τού όλου πράγματος.

Το μόνο που χρειάζεται κατά τη στιγμή που εμφανίζονται τα συναισθήματα, είναι η πλήρης βίωσή τους. Στη συνέχεια, αυτό οδηγεί σε κάτι άλλο κάποια άλλη στιγμή: σε κάποια δράση, σε μια απελευθέρωση των συναισθημάτων, ή ίσως σε κάποια ενόραση. Ο νους όμως αντιμετωπίζει τα συναισθήματα με τον τρόπο που νομίζει ότι πρέπει να αντιμετωπιστούν, ο οποίος συνήθως υπακούει σε κάποιο προγραμματισμό. Αυτό έχει πιθανότατα διαφορετικό αποτέλεσμα από την απλή παραμονή με την εμπειρία του αισθήματος. Ο νους απορρίπτει την εμπειρία, και κάνοντάς το αυτό, απορρίπτει τον τρόπο με τον οποίο ο Εαυτός ξεδιπλώνει τη ζωή. Σε αντίθεση μ’ αυτό, ο νους προσπαθεί να κάνει τη ζωή να συμβεί με κάποιο άλλο τρόπο. Ο Εαυτός επιτρέπει στο εγώ να το κάνει αυτό, αλλά με αντίτιμο τον ψυχικό πόνο. 

Αν παρατηρήσουμε τον νου μας, θα δούμε ότι βρίσκεται συνεχώς σε μια κατάσταση απόρριψης αυτού που είναι. Αυτό είναι που κάνει και συνεχίζει να κάνει ακόμη και μετά την αυτοσυνειδητοποίηση γιατί είναι προγραμματισμένος να το κάνει. Όταν ταυτιζόμαστε με τον εγωϊκό νου, η φωνή του μοιάζει να είναι αληθινή. Έτσι, όταν λέει όχι, συμφωνούμε. Απαιτείται αποταύτιση από τον νου προκειμένου να αναγνωρίσουμε ότι ο νους μάς οδηγεί στο κατηφορικό μονοπάτι. Όταν αποκτήσουμε κάποια απόσπαση, βλέπουμε ολοκάθαρα τα παιχνίδια, τα κόλπα και τους προγραμματισμούς του. Ακόμη και τότε, όμως, απαιτείται πρακτική ώστε να μπορούμε να μένουμε αποσπασμένοι κάθε στιγμή και να εστιάζουμε την προσοχή μας στο τώρα. 

Το αντίθετο της απόρριψης του τώρα είναι η αποδοχή του. Όπως η παρατήρηση μάς φέρνει στο τώρα, η αποδοχή μάς κρατά εκεί. Η παρατήρηση και η αποδοχή πάνε χέρι – χέρι. Προκειμένου να είμαστε παρόντες στη στιγμή, και τα δύο χρειάζονται.  Αν θέλουμε να παραμένουμε στο τώρα περισσότερο από μια φευγαλέα στιγμή, αυτό που έχουμε να κάνουμε είναι αποδοχή αυτού που συμβαίνει. Πρέπει να μπορούμε να λέμε ναι σ’ αυτό που υπάρχει, και για να το κάνουμε αυτό θα πρέπει να συνεχίζουμε να παρατηρούμε αυτό που υπάρχει, καθώς εκείνο συνεχίζει να αλλάζει. Αν σταματούμε να παρατηρούμε βρισκόμαστε αμέσως πίσω στον νου μας, γιατί ο νους αναλαμβάνει γρήγορα τον έλεγχο όταν η προσοχή φεύγει από το τώρα. 

Αυτό που κρατά την προσοχή από το να περιπλανιέται είναι μια αυθεντική περιέργεια και αγάπη για το τώρα – για τον Εαυτό, για την Αλήθεια. Πρέπει να θέλουμε την Αλήθεια περισσότερο απ’ οτιδήποτε εμφανίζει ο νους μπροστά μας. Σε κάποια σημείο της εξελικτικής μας πορείας, αυτή η κίνηση προς την Αλήθεια γίνεται πιο δυνατή από την έλξη του νου, και τότε αρχίζουμε να ζούμε όλο και μεγαλύτερα διαστήματα της ζωής μας στο τώρα.