Η Άσκηση της Προσοχής 3

Το κύριο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε στην άσκηση του «καθίσματος», είναι η έλλειψη διάθεσης να μείνουμε με το παρόν, με αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή. Σαν να μην υπάρχει ενδιαφέρον, ενώ αντίθετα στο χώρο των σκέψεων υπάρχει περισσότερο από αρκετό. Προτιμούμε να σκεφτόμαστε για τη ζωή παρά να τη ζούμε. Και δυστυχώς, δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι έχουμε αυτή την προτίμηση, και τις επιπτώσεις που έχει στην ύπαρξη μας. Νομίζουμε ότι η συνεχής σκέψη για τη ζωή μας, μας κάνει να τη ζούμε. Πρόκειται αναμφίβολα για την κορυφαία στιγμή του «σκέπτομαι άρα υπάρχω».

Βέβαια, μπορεί να πει κανείς, «τι το κακό υπάρχει στη σκέψη, στη φαντασίωση;» Τίποτα, εκτός από το γεγονός ότι μας κάνει να χάνουμε κάτι πολύ απλό μα και πολύ σημαντικό. Τι είναι αυτό; Μα η ίδια η πραγματικότητα. Όταν βρισκόμαστε μέσα στις ατέλειωτες κινήσεις του νου, δεν μπορούμε να αισθανθούμε τη ζωή που μας διαπερνά και μας περιβάλλει, γιατί απλά της κλείνουμε την πόρτα στρέφοντας την προσοχή μας αλλού. Αυτό μας δείχνει πολύ καθαρά τη σημασία της προσοχής, αφού είναι εκείνη που καθορίζει ποιόν ή ποιους κόσμους θα συνθέσουμε, σε ποιόν ή ποιους κόσμους θα ζήσουμε. Εκεί που είναι στραμμένη η προσοχή μας, εκεί βρίσκεται η ζωή που ζούμε. 

Όμως, εκτός από τους κόσμους που μπορούμε να δημιουργούμε με τις σκέψεις μας στο χώρο του νου, υπάρχει μια πραγματικότητα που μας διαπερνά κάθε στιγμή και την οποία παρ’ ότι μπορούμε να αγνοήσουμε δεν μπορούμε ποτέ να αρνηθούμε. Η πραγματικότητα αυτή μας μιλά μέσα από τις αισθήσεις μας κάθε στιγμή, μέσα από το ίδιο μας το σώμα, το οποίο σε αντίθεση με κάθε είδους μανιχαϊστική αντίληψη, αποτελεί την θετικότερη δυνατή συμμετοχή μας στη ζωή. Το γεγονός ότι έχουμε σώμα επιβεβαιώνει κάθε στιγμή ότι έχουμε ζωή, κι αυτή η ζωή μας μιλά μέσα από τη γλώσσα του σώματος που είναι οι αισθήσεις.

Η τάση να αρνούμαστε την επίγνωση των μηνυμάτων που μας δίνει η ζωή μέσω των αισθήσεων για χάρη των σκέψεων, χαρακτηρίζει όλους τους ανθρώπους. Είναι η συνηθισμένη μας πρακτική, η οποία γίνεται για συγκεκριμένο λόγο και με συγκεκριμένο σκοπό. Ο λόγος δεν είναι άλλος από το φόβο, και έχει ως στόχο την προστασία μας. Η αίσθηση της χωριστικότητας που μας χαρακτηρίζει ως άτομα, γεννά έναν συνεχή φόβο για τη συνέχιση ή μη της ύπαρξης μας, γεγονός που μας αναγκάζει να αναζητούμε συνεχώς τρόπους άμυνας και προστασίας απέναντι σε κάθε πιθανή απειλή. 

Όλη αυτή η θωράκιση γίνεται  αδιάκοπα κάθε στιγμή μέσα στο νου μας, μέσα στις σκέψεις που κάνουμε για τη θέση μας στον κόσμο και τις σχέσεις με πρόσωπα και πράγματα. Είναι ο τρόπος που έχουμε εύκολα και άμεσα στη διάθεση μας για να στηρίξουμε την ευαίσθητη και σχεδόν εύθραυστη αυτό-εικόνα μας, διασφαλίζοντας την από κάθε πιθανή απειλή. Όλα αυτά, χωρίς να έχουν απαραίτητα κάποια σχέση με την αληθινή πραγματικότητα. Μπορούν κάλλιστα να συμβαίνουν μόνο μέσα στο νου, και παρ’ όλα αυτά να μοιάζουν και να θεωρούνται εντελώς αληθινά. 

Η απροθυμία μας να συναντήσουμε τη ζωή εδώ και τώρα, έτσι όπως μας παρουσιάζεται, χωρίς φαντασιώσεις και κάθε είδους παραλογισμούς, οφείλεται στην αδυναμία μας να σταθούμε ανοικτοί, χωρίς κανενός είδους θωράκιση σ’ αυτό που μας μεταφέρεται μέσα από τις αισθήσεις μας. Σαν να φοβόμαστε ότι αν τις επιτρέψουμε να αναπνεύσουν ελεύθερα, το όλο συγκρότημα που έχουμε μετά βίας τόσο καιρό συγκρατήσει , θα καταρρεύσει στη στιγμή. Σαν να φοβόμαστε πολλές φορές ακόμη και να αναπνεύσουμε ελεύθερα, μην τυχόν και επιτρέψουμε περισσότερη από τη δύναμη της ζωής να μπει μέσα μας και να μας ταρακουνήσει. Είναι πολύ δύσκολο να δούμε το μέγεθος του φόβου στον οποίο εδραιώνουμε τις υπάρξεις μας και ζούμε τις ζωές μας. Γινόμαστε τόσο ένα μαζί του και τόσο ταυτισμένοι με τους μηχανισμούς αυτό-άμυνας, που θεωρούμε ως τρομερά απειλητικό κάθε τι που μας φέρνει σ’ επαφή με τη ζωή. 

Υπάρχουν αρκετά βοηθήματα που μας επιτρέπουν να δημιουργήσουμε μια απόσταση από την ασταμάτητη δραστηριότητα του μυαλού μας, έτσι ώστε να μπορέσουμε να αισθανθούμε την ύπαρξη κάποιου «χώρου». Αυτό και μόνο, μπορεί να μας βοηθήσει στη διαφυγή από το αίσθημα «κλειστοφοβίας», που μας χαρακτηρίζει σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας στον κόσμο. Όμως, αυτό το αίσθημα «κλειστοφοβίας», το οποίο μαθαίνουμε να αποδεχόμαστε σαν την φυσική μας κατάσταση, δεν είναι παρά το αποτέλεσμα, η άμεση συνέπεια της απόλυτης ταύτισης που συμβαίνει μέσα μας, ανάμεσα στην καθαρή επίγνωση που παρατηρεί και στο αντικείμενο της παρατήρησης. Στην πραγματικότητα, η ταύτιση είναι τόσο μεγάλη που δεν τίθεται καν θέμα παρατήρησης. Ό,τι παρουσιάζεται κάθε στιγμή στον καθρέφτη της επίγνωσης -σκέψεις, αισθήματα, αισθήσεις- εκλαμβάνεται ως η μόνη και αναντίρρητη πραγματικότητα, χωρίς το παραμικρό ίχνος αμφιβολίας και αμφισβήτησης. 

Η όλη κατάσταση παρουσιάζεται πάρα πολύ ταιριαστά στον μύθο της Σπηλιάς, που αναφέρει ο Πλάτωνας στην Πολιτεία. Σαν υπνωτισμένοι, χανόμαστε στις σκιές που εμφανίζονται και εξαφανίζονται, θεωρώντας τες την μόνη πραγματικότητα που υπάρχει. Πολλές φορές, ακούω ενδιαφέροντες ανθρώπους να βεβαιώνουν για λογαριασμό τους την συνειδητοποίηση αυτής της πλάνης. Μπορούν και βλέπουν την «ύπνωση» μέσα στην οποία βρίσκονται οι ίδιοι και οι γύρω τους, πράγμα που στιγμιαία τους καθιστά «αφυπνισμένους». Όμως, αυτό που ακούω συνήθως απ’ το στόμα τους είναι αλήθειες για τον κόσμο και τη ζωή γύρω τους, έξω απ’ αυτούς. Είναι πολύ λίγοι εκείνοι που θεωρούν ως σκιές τις ίδιες τους τις σκέψεις, τις ιδέες, τα πιστεύω και τις προτιμήσεις τους. Μιλάνε για το μάταιο και το εφήμερο της ζωής, των μορφών και των πραγμάτων που τους περιβάλλουν, αγνοούν όμως ότι τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά έχουν όλα τα φαινόμενα της εσωτερικής, της προσωπικής τους ζωής. Γιατί γίνεται αυτό; 

Ο κύριος λόγος είναι ότι δεν έχουν κοιτάξει αρκετά. Ένας άλλος λόγος είναι ότι ένα πιο βαθύ κοίταγμα περικλείει μια τεράστια απειλή: αν όλα αυτά που συμβαίνουν μέσα μου κάθε στιγμή, και τα οποία βεβαιώνουν ότι είμαι και υπάρχω ως το Α ή το Β πρόσωπο, δεν έχουν ουσιαστική υπόσταση, τότε ποιος είμαι εγώ; Πώς καταφέρνω να διατηρήσω της αίσθηση της ατομικότητας και της προσωπικότητας μου ασφαλή και ανεπηρέαστη απ’ το εφήμερο όλων των μορφών της ζωής. Ξαφνικά , το σταθερό έδαφος απ’ το οποίο μπορεί να κοιταχτεί και να ειδωθεί το παροδικό -και κατά μία έννοια το μηδαμινό- των μορφών και των εκφράσεων της ζωής, χάνεται κάτω από τα πόδια του, και τότε πολλές φορές γίνεται μια πιο συγκαταβατική και συμβιβαστική θεώρηση της ζωής. Πάντως, από τη στιγμή που έστω και φευγαλέα ειδωθεί το καθαρό φως που είναι η αιτία για της σκιές, αλλά που δεν έχει καμιά συγγένεια μαζί τους, η ζωή του ανθρώπου δεν μπορεί να είναι η ίδια όπως πριν. Ό,τι κι αν κάνει προκειμένου να ανακτήσει τη χαμένη ασφάλεια της προσωπικότητας του, όσο κι αν προσπαθήσει να δει τα πράγματα όπως πριν, είναι πια αργά. Αυτό δεν σημαίνει ότι η πορεία του θα είναι πλέον ευθύγραμμη και η συμμετοχή του στη διαδικασία απόλυτα καταφατική. Η προσωπικότητα, το εγώ, θα κάνει τα αδύνατα δυνατά προκειμένου να υπερασπιστεί και να διατηρήσει τα κεκτημένα της, την εικόνα που έχει δημιουργήσει για τον εαυτό της και τον κόσμο. Τώρα αρχίζει η ουσιαστική εργασία, η οποία χρειάζεται οπωσδήποτε βοηθήματα και εργαλεία κατάλληλα και επιδέξια για να ολοκληρωθεί.