Η Άσκηση της Προσοχής 4

Έχει ειπωθεί ότι ο Βούδας δεν έδωσε παρά κατάλληλα και επιδέξια βοηθήματα, ότι όλη η διδασκαλία του είναι απλά εργαλεία για να βοηθηθεί ο άνθρωπος στην εργασία της προσοχής. Και είναι αλήθεια ότι υπάρχουν στη διάθεση μας πολλά βοηθήματα, προκειμένου να καλυφτούν όλες οι ανάγκες και όλες οι ιδιαιτερότητες που παρουσιάζονται. Το «ήσυχο κάθισμα» θεωρείται ένα από τα πιο κεντρικά -αν όχι το κεντρικότερο- αυτών των εργαλείων. Καλύπτει από μόνο του τις περισσότερες ανάγκες που εμφανίζονται στην προσωπική εργασία της αφύπνισης, και στη διατήρηση της αφύπνισης, στη μονιμοποίησή της. Συγχρόνως, μπορούμε να πούμε ότι είναι χρήσιμο σε όλες τις περιπτώσεις των ανθρώπων, και ότι δεν απευθύνεται σε κάποιες «ιδιαίτερες» και «εξαιρετικές». 

Ένας καλός τρόπος για να αποκτήσουμε κάποια απόσταση από την ακατάσχετη φλυαρία του μυαλού μας, είναι να μετράμε τις αναπνοές. Αυτό που κάνουμε είναι να «καθίσουμε» και να προσέξουμε την αναπνοή μας. Δεν προσπαθούμε να την αλλάξουμε, να την κάνουμε πιο αργή ή πιο γρήγορη, πιο βαθιά ή πιο ρηχή, απλά την παρατηρούμε να συμβαίνει αβίαστα. Η αναπνοή μας είναι από τα καταπληκτικότερα πράγματα που συμβαίνουν στη ζωή μας, χωρίς εμείς να κάνουμε τίποτα γι’ αυτό. Είναι η απλούστερη, εμφανέστερη και πιο δυνατή εκδήλωση της ζωής μέσα μας. Είναι πάντοτε μαζί μας, εδώ, και όμως, σχεδόν πάντοτε την αγνοούμε. Συγχρόνως, επειδή είναι πάντοτε στο εδώ και στο τώρα, μπορεί να μας χρησιμεύει για να μας βοηθάει να επιστρέφουμε στο παρόν. Αρκεί να την προσέχουμε. Αν δοκιμάσουμε να μείνουμε μαζί της, θα παρατηρήσουμε ότι δεν μπορούμε να το κάνουμε για πολύ χωρίς να παρεμβληθούν οι σκέψεις, οι οποίες συνήθως έχουν την ικανότητα να μας απορροφούν και να μας παίρνουν μακριά από την παρούσα στιγμή. Τι κάνουμε τότε; Παρατηρούμε ότι πάψαμε να προσέχουμε την αναπνοή, και επιστρέφουμε σ’ εκείνη. Επειδή, όμως, ακόμη κι αυτό φαίνεται δύσκολο όταν πρωτο-αρχίζουμε την άσκηση μας στην προσοχή, μπορούμε να χρησιμοποιούμε το μέτρημα. 

Μετράμε τις εκπνοές από το ένα μέχρι το δέκα. Μόλις φτάσουμε στο δέκα ξεκινάμε πάλι από το ένα. Αν κάποια στιγμή χάσουμε το μέτρημα γιατί απορροφηθήκαμε σε σκέψεις, επιστρέφουμε πάλι στο μέτρημα από το ένα. Μερικές φορές είναι σχεδόν αδύνατο να προχωρήσουμε πάνω από το τρία ή το τέσσερα, αλλά αυτό δεν έχει και μεγάλη σημασία. Σημασία έχει να βλέπουμε ότι έχουμε φύγει από την αναπνοή και το μέτρημα, ότι έχουμε χαθεί σε σκέψεις, και να επιστρέφουμε στην αναπνοή μας, να επιστρέφουμε στο εδώ και το τώρα. Μπορεί η πρακτική του μετρήματος να φαίνεται απλοϊκή, είναι όμως τόσο δυνατή που μπορεί να αποτελέσει την κύρια μορφή εργασίας για μεγάλο διάστημα. Όσο κι αν η περιγραφή αυτής της μεθόδου, ή μια μικρή της γεύση, μπορεί να δώσουν την εικόνα μιας βαρετής πρακτικής, τα αποτελέσματα της μέσα στο χρόνο είναι πολύ εντυπωσιακά. Αυτό, βέβαια, είναι κάτι που μόνο η προσωπική εμπειρία μπορεί να βεβαιώσει, και για να υπάρξει η εμπειρία πρέπει πρώτα να υπάρξει σοβαρή προσπάθεια. 

Ένας άλλος τρόπος που μας βοηθάει να δημιουργήσουμε και να εδραιώσουμε μια απόσταση από τις σκέψεις και τα άλλα φαινόμενα της προσωπικής μας ζωής, είναι ο ονοματισμός τους. Στo  Open Mind συνηθίζουμε να ονοματίζουμε τις σκέψεις όταν ο νους έχει αποκτήσει κάποια ηρεμία και καθαρότητα, μετά από αρκετή πρακτική με το μέτρημα. Πώς γίνεται ο ονοματισμός; Η προσοχή μας είναι πάλι στραμμένη στην αναπνοή. Όπως είπαμε και πιο πάνω, η αναπνοή είναι η καλύτερη άγκυρα που μας κρατά στο παρόν και είναι κρίμα να μην την αξιοποιούμε προσέχοντας την. Χωρίς να προσπαθούμε να την αλλάξουμε με κάποιο τρόπο, την παρατηρούμε να μπαίνει και βγαίνει, να έρχεται και να φεύγει με συνέπεια και ρυθμό. Όταν κάποια σκέψη εμφανιστεί στον ορίζοντα της προσοχής μας και θελήσει να μας πάρει μακριά από την αναπνοή, την προσέχουμε, την ονοματίζουμε –π.χ. «σκέψη, σκέψη» ή «φαντασία, φαντασία» ή «ανάμνηση, ανάμνηση»- και επιστρέφουμε στην αναπνοή. Πολύ συχνά, μπορεί να πιάνουμε τον εαυτό μας να έχει ήδη χαθεί μέσα σε κάποια σκέψη και να έχει εγκαταλείψει την αναπνοή. Μόλις το δούμε, ονοματίζουμε πάλι τη σκέψη και επιστρέφουμε στην αναπνοή. 

Η διαδικασία αυτή είναι απλή, αλλά αρκετά δύσκολη. Ο λόγος επίσης απλός. Η πολύ δυνατή συνήθεια που έχει παγιωθεί στο να χανόμαστε μέσα στις σκέψεις και τις φαντασίες μας, το να ζούμε συνεχώς στο παρελθόν και στο μέλλον και σχεδόν καθόλου στο παρόν, το να ταυτιζόμαστε συνεχώς με το περιεχόμενο και τις δραστηριότητες του μυαλού μας. Αυτή είναι η σπηλιά μας μέσα στην οποία θεωρούμε ότι «ζούμε» κάποια σπουδαία ή ασήμαντη ζωή, προσκολλημένοι στις σκιές που πέφτουν πάνω στην οθόνη του νου. Όμως, υπάρχει πάντα η δυνατότητα να δει κανείς τη σκιά ως σκιά, να την ονοματίσει, να αποταυτιστεί απ’ αυτή και να γίνει αυτό που πάντα ήταν και που πάντα αληθινά είναι.