Η Άσκηση της Προσοχής 5

Η άσκηση της προσοχής, έτσι όπως γίνεται στη διάρκεια του καθίσματος, αλλά και στο υπόλοιπο της καθημερινής μας ζωής, μπορεί να γίνεται όλο και πιο λεπτοφυής, αποκαλύπτοντας μας πλευρές που ποτέ δεν είχαμε φανταστεί ούτε μπορούσαμε να φανταστούμε ποτέ. Ο καλύτερος τρόπος για να την περιγράψουμε είναι «εξοικείωση με τον εαυτό μας». 

Αυτό που λέμε και θεωρούμε ως εαυτό μας, τόσο κοντινό και τόσο γνώριμο, και που στην πραγματικότητα είναι τόσο άγνωστος σε μας τους ίδιους. Δυστυχώς, η συνεχής διάσπαση της προσοχής μας σε εξωτερικά ερεθίσματα, δεν μας επιτρέπει να μείνουμε για λίγο ήρεμοι και γαλήνιοι με τη πραγματικότητα της ζωής, την πραγματικότητα της ύπαρξης μας, μ’ αυτό που λέμε ότι είμαστε και ξέρουμε τόσο καλά. Και η κορύφωση αυτής της ουσιαστικής αποξένωσης πραγματοποιείται στην αποξένωση από το ίδιο μας το σώμα. Παρ’ ότι η ταύτιση μαζί του είναι ένα άλλο σημαντικό πρόβλημα στο παιχνίδι με τις σκιές, η ταύτιση αυτή δεν είναι παρά μια ακόμη ιδέα μέσα στο μυαλό μας, δεν είναι καν οντολογική. Γιατί αν πραγματικά μπορούσαμε να ταυτιστούμε με το σώμα μας έστω για λίγο καθημερινά, θα γλιτώναμε από πολλές νευρωτικές καταστάσεις που μας ταλαιπωρούν. Μερικά από τα καλύτερα βοηθήματα σε οξείες νευρώσεις και καταστάσεις άγχους, είναι ασκήσεις χαλάρωσης που μας βοηθούν να έλθουμε σε μια βαθιά και ουσιαστική επαφή με το σώμα μας. Η προσοχή στρέφεται στην αίσθηση του σώματος. 

Στο κάθισμα της προσοχής το σώμα παίζει πολύ μεγάλο και σημαντικό ρόλο. Το σώμα, όπως και η αναπνοή που συμβαίνει στο σώμα, ζει πάντα στο παρόν. Το παρόν είναι αυτό που είναι την κάθε στιγμή, άσχετα από τις επιθυμίες, τις αρέσκειες και τις απαρέσκειες μας. Είναι αυτή η ίδια η ζωή όπως παρουσιάζεται κάθε στιγμή, που μας διαπερνάει με τα υπέροχα ρεύματα της, αλλά που σπάνια γίνεται αντικείμενο της προσοχής μας. Εκείνο που φαίνεται σημαντικό για μας είναι κατά πόσο ικανοποιούνται οι προσωπικές μας επιθυμίες και επιδιώξεις. Όταν αυτό γίνεται αποκαλούμε τη ζωή ωραία, και όταν δεν γίνεται την αναθεματίζουμε κάθε στιγμή. Όμως, η ζωή είναι πάντοτε αυτό που είναι. Είναι το πώς απαντά στις δικές μας προτιμήσεις που δημιουργεί ή όχι το πρόβλημα. Στη διάρκεια του καθίσματος έχουμε όλη την δυνατότητα να παρακολουθήσουμε τις κινήσεις του νου σε σχέση με την πραγματικότητα της στιγμής, να δούμε τους μηχανισμούς αντίστασης, άρνησης, αποστροφής, επιθυμίας, προσκόλλησης, αναζήτησης. Με τον τρόπο αυτό γίνεται εργαστήρι αυτογνωσίας, εξοικείωσης με τον ίδιο μας τον εαυτό. 

Όμως, η εξοικείωση αυτή δεν είναι πάντοτε ευχάριστη και εύκολη. Δεν είναι εύκολη για τους λόγους που αναφέραμε πιο πάνω. Η αυτονόητη προσοχή της παρούσας στιγμής απαιτεί αρκετή προσπάθεια για να γίνει με τη φυσικότητα που της ταιριάζει και της αντιστοιχεί, λόγω της μακρόχρονης συνήθειας διάσπασης και διασκορπισμού της. Όταν αρχίζει σιγά-σιγά να ξαναβρίσκει και να ξαναπαίρνει τη θέση της στην ύπαρξη μας, αρχίζει η ουσιαστική εξοικείωση, η οποία όμως δεν είναι πάντοτε ευχάριστη. Αρχίζουμε να βλέπουμε πλευρές που αγνοούσαμε ή θέλαμε να αγνοούμε, και οι οποίες δεν είναι καθόλου κολακευτικές για την αυτό-εικόνα μας. Αυτό μας ενοχλεί και μας θυμώνει. Μερικές φορές ευχόμαστε να μην είχαμε αρχίσει ποτέ αυτή την αυτoγνωσία, όμως ακόμη και τότε υπάρχει ταυτόχρονα μια αίσθηση μεγαλύτερης πληρότητας και ολότητας του εαυτού μας, η οποία αντισταθμίζει τον όποιο «πόνο». Η αλήθεια πονάει, αλλά την ίδια στιγμή προσφέρει μια αίσθηση ελευθερίας, η οποία απουσιάζει εντελώς όταν ζούμε μέσα στην άγνοια και την σχετική ασφάλεια που αυτή προσφέρει. Είναι η κίνηση έξω απ’ τη σπηλιά και τις σκιές της, στο καθαρό φως του λαμπερού ήλιου στο μέσο ενός καταγάλανου ουρανού. Φόβος, πόνος των ματιών απ’ τη μεγάλη λάμψη, άλλα και ένα υπέροχοαίσθημα ελευθερίας, ομορφιάς, ανοίγματος προς κάθε κατεύθυνση. 

Η πνευματική ζωή δεν είναι κάπου αλλού. Όλα όσα χρειάζεται για να υπάρξει βρίσκονται εδώ, τώρα. Είναι η δική μας αδυναμία να τα δούμε –ή καλύτερα η αδυναμία μας να δούμε τα πράγματα με τον κατάλληλο τρόπο- που μας κάνει να χρειαζόμαστε διδασκαλίες, τελετουργίες και πρακτικές. Στην ουσία της, η πνευματική ζωή είναι απόλυτη απλότητα. Είναι το πιο φυσικό πράγμα που υπάρχει, και το οποίο θα περίμενε κανείς να είναι αυτονόητο στη ζωή του ανθρώπου, μα που δυστυχώς είναι αυτό που πιο πολύ λείπει, θαμμένο κάτω από πολυάριθμα στρώματα αντιλήψεων, γνωμών, ιδεών, προτιμήσεων, φόβων, αποστροφών, ανεκπλήρωτων πόθων και επιθυμιών. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει μεγαλύτερη αλήθεια απ’ το ότι στον πνευματικό δρόμο δεν προσπαθούμε να αποκτήσουμε κάτι που δεν έχουμε, αλλά να ξεφορτωθούμε όλα αυτά που μας εμποδίζουν να το δούμε, να το αναγνωρίσουμε και να ζήσουμε μαζί του. Όπως είναι εξ’ ίσου αληθινό ότι το ξεφόρτωμα αυτό είναι δουλειά δύσκολη, επίπονη, που απαιτεί κατάλληλα βοηθητικά μέσα και τεχνικές. 

Στο κάθισμα τη προσοχής μαθαίνουμε να μαζεύουμε την προσοχή μας από τους διασκορπισμούς του νου στην αίσθηση της αναπνοής και στη αίσθηση του σώματος, επιστρέφοντας έτσι συνεχώς στο παρόν. Όταν ο νους είναι πιο ήσυχος μπορούμε να ανοιγόμαστε στις αισθήσεις με τις οποίες γνωρίζουμε τον κόσμο –τις πέντε αισθήσεις του σώματος- ή σ’ εκείνες που μας μιλούν κάθε στιγμή. Για παράδειγμα, μπορούμε να προσέχουμε τους ήχους που φτάνουν στα αυτιά μας, χωρίς να επιλέγουμε, χωρίς να κινούμαστε από επιθυμία ή αποστροφή. Απλά ακούμε! Νομίζετε ότι είναι εύκολο να γίνει; Δοκιμάστε το. Δυστυχώς όλα τα απλά πράγματα έχουν γίνει για μας πολύ δύσκολα. Μπορούμε απλά να φάμε; Δοκιμάστε. Θα δείτε ότι η προσοχή είναι για πολύ λίγο στο φαγητό, στη γεύση και στη όλη διαδικασία. Βρίσκεται συνεχώς στα προβλήματα, στις μέριμνες και τις επιδιώξεις μας. Τρώμε, αλλά δεν είμαστε εκεί. 

Όταν  είμαστε παρόντες βλέπουμε ό,τι είναι εκεί για να ειδωθεί. Μπορεί όμως αυτό που βλέπουμε να μας αρέσει ή να μην μας αρέσει. Ένα από τα προβλήματα που παρουσιάζονται όταν δούμε μέσα μας κάτι που δεν μας αρέσει, είναι να προσπαθήσουμε να το ξεφορτωθούμε. Παύουμε να το απωθούμε και να το αγνοούμε, αλλά προσπαθούμε να το ξεφορτωθούμε πείθοντας τον εαυτό μας ότι είμαστε ή ότι μπορούμε να γίνουμε το ακριβώς αντίθετο. Η στάση αυτή χρησιμοποιείται σε κάποιες μορφές διαλογισμού και θεραπείας, και έχει κάποια χρησιμότητα. Δεν έχει, όμως, τη μονιμότητα και την αίσθηση της ελευθερίας που φέρνει η καθαρή προσοχή και η παρουσία. Όταν καταφέρνουμε να μένουμε με το δυσάρεστο, ή το ευχάριστο, ή το ουδέτερο, χωρίς στάση κριτική που προσπαθεί είτε να το αποφύγει είτε να το διατηρήσει περισσότερο, εκδηλώνουμε την μεγαλύτερη αποδοχή που μπορεί να εκφραστεί. Γιατί αποδοχή δεν σημαίνει επιδοκιμασία, αλλά άνοιγμα που χωρά και επιτρέπει σε ο,τιδήποτε να υπάρξει.