Η Άσκηση της Προσοχής 6

Η δυνατότητα που έχουμε να μένουμε με ό,τι η ζωή μας προμηθεύει κάθε στιγμή, έχει ως αποτέλεσμα την επιστροφή στο Εαυτό, από τον οποίο ποτέ δεν φεύγουμε, αλλά και από τον οποίο στεκόμαστε τόσο μακριά συνήθως! Μένοντας στο παρόν καταφέρνουμε να μεταμορφώσουμε τη ζωή μας, χωρίς να κάνουμε συνειδητή προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή. Αποκτούμε σθένος και ικανότητα να βλέπουμε μέσα στα πράγματα, γεγονός που μας επιτρέπει να δρούμε κατάλληλα σε κάθε περίπτωση. Η πολύ-συζητημένη «φώτιση» δεν βρίσκεται έξω από την κατάσταση «παρουσίας» και αποδοχής της κάθε στιγμής, με όποιο περιεχόμενο μας παρουσιάζεται αυτή. 

Η πρακτική του «ήσυχου καθίσματος» είναι πολύ απλή, αλλά και αρκετά δύσκολη στα αρχικά στάδια. Αυτό οφείλεται στο ότι δεν έχουμε συνηθίσει να κάνουμε «απλά» πράγματα, όπως να ακούμε απλά μουσική, να κάνουμε απλά έναν περίπατο στη φύση, να κοιτάμε απλά τα σύννεφα στον ουρανό. Ό,τι κι αν κάνουμε σφραγίζεται από την παρουσία των σκέψεων, οι οποίες μπορεί να είναι μόνο περιγραφικές, ή κυριολεκτικά δραματικές. Όταν για παράδειγμα καθίσουμε να ακούσουμε κάποια κομμάτια μουσικής, το πιο πιθανό είναι να ξεκινήσουμε με κάποιες σκέψεις κριτικής, «πολύ καλή εκτέλεση», «απαίσια ηχογράφηση», «τρομερός καλλιτέχνης», και πολύ γρήγορα να χαθούμε σε σκέψεις γεμάτες φόρτιση και έντονα συναισθήματα. Το προσωπικό μας δράμα σε όλο του το μεγαλείο! Οι δονήσεις της μουσικής αποτέλεσαν την καλύτερη αφορμή και το πιο ευνοϊκό περιβάλλον, για να αναδυθούν αναμνήσεις και φαντασίες σχετικά με θέματα που μας «πονάνε». Τι γίνεται, όμως, με την ακρόαση της μουσικής; Στην πραγματικότητα, έχουμε πάψει να ακούμε ενεργητικά, έχουμε γίνει παθητικοί απέναντι στη μουσική και απόλυτα ενεργητικοί απέναντι στο προσωπικό μας δράμα. Έχουμε χαθεί μέσα στις σκέψεις και τα συναισθήματα που αυτές γεννούν. 

Το ίδιο μπορεί να συμβεί με κάθε άλλη δραστηριότητα, η οποία παρ’ ό,τι απλή δεν μπορεί να γίνει με ευκολία. Ο νους φεύγει μακριά αναζητώντας πολύπλοκες καταστάσεις, σχέδια, προγραμματισμούς, αναμνήσεις, πράγματα που έχουν χαθεί. Έτσι ζούμε όλη μας τη ζωή. Πώς να μην είναι δύσκολη λοιπόν η απλότητα; Πώς να μην χρειάζεται προσπάθεια για να ζήσουμε το αυτονόητο, δηλαδή την παρούσα στιγμή; Γι’ αυτό και το «κάθισμα» είναι δύσκολο στην αρχή, και πρόκειται για αληθινή νίκη όταν καταφέρνουμε να καθίσουμε για 15 ή 20 λεπτά. Αυτή η φαινομενικά ασήμαντη δραστηριότητα, είναι απ’ τα πιο σημαντικά πράγματα που μπορούμε να κάνουμε στη ζωή μας. 

Μέσα από την πρακτική αυτή, μαθαίνουμε ότι υπάρχει ένα μόνο πράγμα στο οποίο μπορούμε να βασιστούμε. Συνήθως, το κεντρικό στήριγμα στη ζωή μας μπορεί να είναι το επάγγελμα μας, ο σύντροφος μας, τα χρήματα μας, η φήμη μας, ο εαυτός μας, ή κάτι άλλο. Αν το εξετάσουμε πιο προσεκτικά – ή αν η ζωή μας το δείξει με τον μοναδικό τρόπο που διαθέτει – τότε θα δούμε ότι δεν μπορούμε να στηριχτούμε σε τίποτα απ’ όλα αυτά που συνήθως επιλέγουμε. Γιατί; Γιατί απλούστατα είναι όλα περιορισμένα και παροδικά. Αργά ή γρήγορα, η αδυναμία να προσφέρουν αληθινό στήριγμα και βάση για την ύπαρξη μας, γίνεται φανερή. Ποιο είναι τότε αυτό που μπορεί να μας προσφέρει συνεχή και αδιάψευστη στήριξη; Είναι η ίδια η ζωή. 

Η ζωή είναι πάντα «αυτό που είναι». Δεν έχει να κάνει με φαντασίες, προβολές, επιθυμίες ή αποστροφές. Αυτά όλα είναι στάσεις που χαρακτηρίζουν τον ανθρώπινο νου, όταν έρχεται σ’ επαφή με τη ζωή. Αν μπορούσε να την αποδεχτεί ως την μια και αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα, καμιά διαμάχη. Τι γίνεται όμως συνήθως; Οτιδήποτε παρουσιαστεί στο φως της επίγνωσης μας -της συνείδησης μας- αποτελεί αμέσως αντικείμενο κριτικής. Τα κριτήρια είναι τρία: Είναι αυτό που μου συμβαίνει ευχάριστο; Είναι μήπως δυσάρεστο, ή είναι τελικά αδιάφορο; Τα πάντα περιέχονται σε μια απ’ τις τρεις αυτές κατηγορίες, και ο νους καταφέρνει μέσα από ταχύτατες λειτουργίες να αποφανθεί περί τίνος πρόκειται. Μόλις η απόφαση βγει, δημιουργείται και η αντίστοιχη στάση απέναντι στο συγκεκριμένο περιστατικό. Αν χαρακτηριστεί ως ευχάριστο, δημιουργείται μια επιθυμία να διατηρηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο, μαζί μ’ έναν ταυτόχρονο φόβο μήπως πάψει και χαθεί. Αν χαρακτηριστεί ως δυσάρεστο, δημιουργείται μια στάση και ένα αίσθημα αποστροφής, μαζί μ’ ένα ταυτόχρονο βάρος από την ύπαρξη του. Στην περίπτωση που χαρακτηριστεί ως αδιάφορο, τότε είναι σαν απλά να μην υπάρχει, που σημαίνει ότι η συμμετοχή μας μειώνεται ή γίνεται εντελώς μηχανικά. 

Αναμφίβολα, μπορούμε πολύ εύκολα να πάρουμε μια γεύση του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τα πράγματα της ζωής μας, αρκεί να προσέξουμε τις αντιδράσεις που γεννιούνται μέσα μας κάθε φορά. Η άσκηση της προσοχής βοηθάει να βλέπουμε τους μηχανισμούς που κινούν τη ζωή μας, ή καλύτερα τους μηχανισμούς με τους οποίους αντιδρούμε στα γεγονότα της ζωής μας. Όταν η προσοχή απουσιάζει, παραμένουμε αιχμάλωτοι των παγιωμένων συνηθειών, και πολύ φυσικά, θεωρούμε ότι έτσι είμαστε. Η πραγματικότητα που μας αποκαλύπτει η παρατήρηση είναι πολύ διαφορετική. Δεν είμαστε έτσι, απλά αντιδρούμε έτσι υπακούοντας στην παρόρμηση αναζήτησης του ευχάριστου και αποφυγής του δυσάρεστου. Και είναι κακό αυτό; Μπορεί να ρωτήσει κάποιος. Όχι ιδιαίτερα, αν εξαιρέσει κανείς το γεγονός ότι η όλη διαδικασία μας παγιδεύει σ’ έναν φαύλο κύκλο, χωρίς ποτέ να μας επιτρέπει να σταθούμε απέναντι στα πράγματα μ’ έναν διαφορετικό τρόπο. Ποιος θάταν αυτός; Το να δούμε τα πράγματα όπως πραγματικά είναι, χωρίς τους χρωματισμούς που δημιουργούν οι προσωπικές προτιμήσεις ή αποστροφές. 

Μια τέτοια στάση, μια τέτοια δυνατότητα, μας επιτρέπει να πάρουμε μέρος στη διαδικασία εκδήλωσης της ζωής μ’ έναν εντελώς καινούργιο τρόπο. Ίσως, τότε μόνο μπορούμε να πούμε ότι αρχίζουμε να ζούμε αληθινά, αισθανόμενοι ταυτόχρονα οργανικό κομμάτι της φύσης και της ζωής. Αν για παράδειγμα ετοιμάζομαι για μια εκδρομή στο βουνό και την τελευταία στιγμή ο καιρός αλλάζει, αρχίζει να κάνει κρύο και να βρέχει, και ο λαμπερός ήλιος χάνεται πίσω απ’ τα σκοτεινά σύννεφα, είναι πολύ πιθανό να πιάσω τον εαυτό μου να τα βάζει με τον καιρό. Η εσωτερική διαδικασία είναι αυτή που αναφέρθηκε πιο πάνω. Ο τρόπος με τον οποίο μου παρουσιάζεται η ζωή αυτή τη δεδομένη στιγμή, δεν μου γεννά ένα ευχάριστο αίσθημα, γιατί απλά ακυρώνει τα σχέδια μου. Αυτό μου δημιουργεί θυμό. «Γιατί να μου το κάνει εμένα αυτό;» Όλες οι προετοιμασίες, τα όνειρα και οι προγραμματισμοί πάνε χαμένα. Νοιώθω ματαίωση, ένα πολύ δυσάρεστο συναίσθημα. Η συνέχεια μπορεί να είναι επίσης δυσάρεστη, γατί απλά δεν μπορώ να αποδεχτώ αυτό που μου φέρνει η ζωή. Μπορεί να συνεχίσω να είμαι κατσούφης για το υπόλοιπο της ημέρας, μη κάνοντας τίποτα δημιουργικό, αλλά αναμασώντας συνεχώς την απογοήτευση και τον θυμό μου, αναλογιζόμενος πού θα ήμουν και τι θα έκανα αυτήν την ώρα αν ο καταραμένος καιρός δεν μου τα είχε χαλάσει. 

Ένας άλλος τρόπος πιθανής αντίδρασης θα ήταν να πάρω τον θυμό και την ματαίωση μαζί μου, και να επιδιώξω να βρω ευχαρίστηση σε μια άλλη δραστηριότητα, πιο προσιτή στις νέες συνθήκες. Πιθανώς, όμως, ακόμη και τότε να αναλογίζομαι κάπου-κάπου τι έχασα και τι αναγκάζομαι να κάνω. Και σ’ αυτή την περίπτωση θάθελα η ζωή να προσαρμοστεί στις δικές μου απαιτήσεις, σ’ ό,τι μου είναι ευχάριστο και επιθυμητό. Δεν δέχομαι τη ζωή όπως έρχεται, αλλά συνειδητοποιώ ότι πρέπει να την υπομείνω, κι αυτό πολλές φορές με κάνει να αισθάνομαι ακόμη πιο άσχημα. «Και ποια είναι η ζωή για να την υπομένω εγώ;» Η απάντηση βέβαια είναι ότι η ζωή είναι πάντα αυτό που είναι, και δεν πρόκειται ν’ αλλάξει γιατί εμένα κάτι δεν μου αρέσει ή κάτι θέλω διαφορετικά. Αν εμένα δεν μ’ ευχαριστεί το γεγονός ότι ο ήλιος βγαίνει απ’ την ανατολή, αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει περίπτωση αυτό ν’ αλλάξει. Όμως, το ίδιο ισχύει με πάρα πολλά πολύ πιο απλά πράγματα, με τα οποία έρχομαι σ’ επαφή καθημερινά. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να υιοθετηθεί ως στάση μια πλήρης παθητικότητα, και μια αντίληψη ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Όχι. Υπάρχουν πράγματα που μπορούν και πρέπει να αλλάξουν, και άλλα που απλά πρέπει να γίνουν αποδεκτά γιατί αυτά χαρακτηρίζουν την έκφραση της ζωής τη δεδομένη στιγμή. 

Για παράδειγμα, η κατάσταση στην οποία διατηρώ τον προσωπικό μου χώρο στον οποίο ζω και εργάζομαι, είναι μέσα σ’ αυτά που εξαρτώνται από μένα. Εδώ, μπορώ και πρέπει να κάνω πολλά πράγματα. Το τι καιρό θα κάνει σήμερα και το πώς αυτό θα εξυπηρετήσει τα σχέδια μου, δεν βρίσκεται στον δικό μου απόλυτο έλεγχο. Αυτού του είδους οι εκδηλώσεις της ζωής ζητούν αποδοχή και προσαρμοστικότητα. Τι σημαίνει όμως αποδοχή και προσαρμοστικότητα; Σημαίνει ότι παύω να έχω προσωπική προτίμηση που με εμποδίζει να παραμένω λειτουργικός, βγαίνω έξω από τον παγιωμένο μηχανισμό της επιθυμίας και της αποστροφής, και προσπαθώ να γίνω όσο το δυνατόν πιο δημιουργικός στις όποιες παρούσες συνθήκες. Από εγω-κεντρικός γίνομαι ζωή-κεντρικός. Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Τρομερό πόνο και δυσαρέσκεια για την αίσθηση του εγώ μου, της σπουδαιότητας μου, της αξίας μου. Ξαφνικά δεν φαίνεται να είμαι το κέντρο του κόσμου. Μα πώς μπορώ να ζήσω πια αν δεν είμαι το κέντρο του κόσμου; Έχω τόσο μεγάλη ανάγκη από το ενδιαφέρον όλων, και ιδιαίτερα εκείνων που μου είναι ενδιαφέροντες, σημαντικοί, αγαπητοί. Έχω τόσο μεγάλη ανάγκη από την ικανοποίηση των επιθυμιών μου - όχι απλά των φυσικών αναγκών μου! Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η ζωή γίνεται όχι μόνο πιο δύσκολη, αλλά και τρομερά δυσάρεστη και ανιαρή. 

Τι πιο φυσικό λοιπόν από το να αρνιόμαστε πεισματικά να εγκαταλείψουμε την εγωκεντρικότητα που μας χαρακτηρίζει ως άτομα μέσα στον κόσμο και τη ζωή. Στην πραγματικότητα, η εγκατάλειψη αυτής της θέσης για μια άλλη μη-εγωκεντρική, ισοδυναμεί με θάνατο. Δεν είναι τυχαίο ότι σε όλες τις παραδοσιακές μυήσεις μιλούν για το σημείο κλειδί της όλης διαδικασίας, το οποίο δεν διστάζουν να κατονομάζουν ως θάνατο. Αν δεν υπάρξει αυτός ο θάνατος του εγώ, δεν μπορεί να υπάρξει ο καινούργιος άνθρωπος, δεν μπορεί να γεννηθεί. Η νέα γέννηση προϋποθέτει το θάνατο του παλαιού ανθρώπου. Φυσικά, η όλη διαδικασία είναι καθαρά εσωτερική, και αυτό που πεθαίνει και γεννιέται δεν είναι παρά η μορφή της συνειδητότητας, μετακινούμενη σε οπτική γωνία από την οποία η θέαση της ζωής είναι εντελώς διαφορετική. Ο άνθρωπος που ζει ζωή-κεντρικά μπορεί να ρέει με τη ροή της στιγμής, μέσα στη ροή της ζωής.