Τα Θεμέλια της Προσοχής - Mindfulness

Προκειμένου να μπορέσουμε να καλλιεργήσουμε τη θεραπευτική δύναμη της προσοχής, χρειαζόμαστε πολύ περισσότερα από τη μηχανική υπακοή σε μια σειρά από οδηγίες. Η αληθινή διαδικασία μάθησης είναι πολύ διαφορετική. Στην πραγματικότητα, μόνον όταν ο νους είναι ανοικτός και δεκτικός μπορεί να συμβεί μάθηση και ουσιαστική αλλαγή. Στην άσκηση της προσοχής θα πρέπει να επενδύσουμε όλη μας την ύπαρξη. 

Η στάση με την οποία προσεγγίζουμε την άσκηση της προσοχής και το να βρισκόμαστε στο παρόν είναι ιδιαίτερης σημασίας. Αποτελεί το έδαφος όπου θα καλλιεργήσουμε την ικανότητα μας να ηρεμούμε τον νου και να χαλαρώνουμε το σώμα, να συγκεντρωνόμαστε και να βλέπουμε πιο καθαρά. Αν αυτή η στάση μειονεκτεί, αν δηλαδή η ενέργεια που επενδύουμε στην άσκηση είναι χαμηλή, τότε πολύ δύσκολα θα καταφέρουμε να καλλιεργήσουμε την ηρεμία και τη χαλάρωση. Αν το έδαφος είναι μολυσμένο, αν δηλαδή προσπαθούμε με βία να αισθανθούμε ήρεμοι και χαλαροί απαιτώντας απ’ το εαυτό μας «να συμβεί κάτι», τότε τίποτα δεν πρόκειται να καρποφορήσει, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι «η άσκηση της προσοχής δεν δουλεύει». 

Η καλλιέργεια της επίγνωσης απαιτεί έναν εντελώς νέο τρόπο κοιτάγματος της διαδικασίας της μάθησης. Νομίζοντας ότι ξέρουμε τι χρειαζόμαστε και πού μπορούμε να το βρούμε, παγιδευόμαστε στο να προσπαθούμε να ελέγξουμε τα πράγματα και να τα κάνουμε να υπάρξουν με τον «δικό μας τρόπο», έτσι όπως εμείς τα θέλουμε. Αυτή η στάση όμως είναι αντίθετη στην εργασία της επίγνωσης και της θεραπείας. Η επίγνωση απαιτεί μόνο να προσέχουμε και να βλέπουμε τα πράγματα όπως είναι. Δεν απαιτεί να αλλάξουμε κάτι. Και η θεραπεία απαιτεί δεκτικότητα και αποδοχή, συντονισμό και σύνδεση με το όλο. Τίποτα απ’ αυτά δεν μπορεί να γίνει με τη βία, όπως δεν μπορούμε να βιάσουμε τον εαυτό μας να κοιμηθεί. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις κατάλληλες συνθήκες ύπνου και στη συνέχεια να παραιτηθούμε, να αφεθούμε. Το ίδιο ισχύει με τη χαλάρωση. Δεν μπορεί να επιτευχθεί με τη βία ή τη θέληση μας. Μια τέτοια προσπάθεια δημιουργεί μόνο ένταση και απογοήτευση. 

Τα θεμέλια, οι βάσεις της άσκησης της προσοχής, είναι επτά παράγοντες που καθορίζουν τη στάση μας. Πρόκειται για την έλλειψη κριτικής, την υπομονή, τη στάση του αρχάριου, την εμπιστοσύνη, την απροσπάθεια, την αποδοχή, και το άφημα. Οι στάσεις αυτές θα πρέπει να καλλιεργούνται συνειδητά κατά την διάρκεια της άσκησης. Δεν είναι ανεξάρτητες η μία από την άλλη. Η κάθε μια στηρίζεται και επηρεάζεται από το βαθμό καλλιέργειας των άλλων. Εργαζόμενοι σε μία απ’ αυτές οδηγεί γρήγορα στις άλλες. Εφ’ όσον, λοιπόν, αποτελούν τα θεμέλια πάνω στα οποία θα μπορέσουμε να κτίσουμε μια δυνατή άσκηση της προσοχής, ας τις δούμε πιο προσεκτικά, μία-μία. 


1.    Έλλειψη Κριτικής

Η προσοχή καλλιεργείται παίρνοντας την θέση του παρατηρητή της ίδιας της εμπειρίας μας. Για να γίνει αυτό χρειάζεται να αποκτήσουμε επίγνωση της στάσης κριτικής και αντίδρασης που έχουμε απέναντι σε κάθε μας εμπειρία, και να μάθουμε να μην ταυτιζόμαστε μαζί της. Όταν αρχίσουμε να προσέχουμε τη δραστηριότητα του ίδιου μας του νου, μένουμε έκπληκτοι από τη συνεχή κριτική που ασκούμε σε κάθε εμπειρία μας. Σχεδόν οτιδήποτε βλέπουμε το εντάσσουμε σε κάποια κατηγορία, βάζοντας του μια ταμπέλα. Αντιδρούμε σε ό,τι βιώνουμε ανάλογα με το πώς το εκτιμούμε μέσα μας. Κάποια πράγματα, άνθρωποι, ή γεγονότα κρίνονται ως «καλά» γιατί μας κάνουν να νοιώθουμε για κάποιο λόγο καλά, ένω άλλα χαρακτηρίζονται ως «κακά» γιατί μας κάνουν να αισθανόμαστε άσχημα. Τα υπόλοιπα χαρακτηρίζονται ως «ουδέτερα» γιατί δεν θεωρούμε ότι μας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα. Τα ουδέτερα πράγματα, άνθρωποι και γεγονότα, μένουν σχεδόν έξω από τη συνειδητότητα μας. Τα θεωρούμε πολύ βαρετά για να τα προσέξουμε. 

Η συνήθεια να κατηγοροποιούμε και να κρίνουμε την εμπειρία μας μάς αναγκάζει σε μηχανικές αντιδράσεις για τις οποίες δεν έχουμε επίγνωση. Αυτή η κριτική στάση τείνει να κυριαρχήσει στον νου μας, δυσκολεύοντας πολύ την πιθανότητα να βρούμε ειρήνη μέσα μας. Μοιάζει σαν ο νους μας να είναι ένα γιο-γιο, που ανεβοκατεβαίνει πάνω στο νήμα των ίδιων των σκέψεων κριτικής που κάνουμε όλη μέρα. Αν αμφιβάλετε ότι είναι έτσι, παρατηρήστε απλά πόσο πολύ ασχολείστε με τις αρέσκειες και τις απαρέσκειες σας, για διάστημα δέκα λεπτών κατά τη διάρκεια της δουλειάς σας. 

Αν θέλουμε να βρούμε έναν πιο αποτελεσματικό τρόπο να αντιμετωπίσουμε το άγχος στη ζωή μας, το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι να αποκτήσουμε επίγνωση αυτών των αυτόματων στάσεων κριτικής, ώστε να μπορέσουμε να δούμε τις προϊδεάσεις και τους φόβους μας, και να απελευθερωθούμε από την τυραννία τους. 

Όταν ασκούμε την προσοχή, είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε αυτή την κριτική στάση του νου όταν εμφανίζεται, και να παίρνουμε με τη θέληση μας τη θέση του αντικειμενικού παρατηρητή, υπενθυμίζοντας στον εαυτό μας απλά να παρατηρεί. Όταν «πιάνουμε» τον νου μας να κρίνει, δεν θα πρέπει να τον σταματάμε απ’ αυτό που κάνει. Αυτό που χρειάζεται είναι να αποκτήσουμε επίγνωση εκείνου που συμβαίνει. Δεν χρειάζεται να κρίνουμε την κριτική στάση και να κάνουμε έτσι τα πράγματα ακόμη πιο μπερδεμένα μέσα μας. 

 

2.    Υπομονή

Η υπομονή είναι μια μορφή σοφίας. Δείχνει ότι κατανοούμε και αποδεχόμαστε το γεγονός ότι μερικές φορές τα πράγματα ξεδιπλώνονται στο δικό τους χρόνο. Ένα παιδί μπορεί να προσπαθήσει να βοηθήσει μια πεταλούδα να προβάλλει σπάζοντας το κουκούλι της χρυσαλίδας. Συνήθως, η πεταλούδα δεν βοηθιέται απ’ αυτό. Κάθε ενήλικας γνωρίζει ότι η πεταλούδα μπορεί να προβάλει μόνο στην ώρα της, και ότι αυτή η διαδικασία δεν μπορεί να επιταχυνθεί. 

Με τον ίδιο τρόπο καλλιεργούμε την υπομονή απέναντι στον νου και το σώμα μας όταν ασκούμαστε στη προσοχή. Υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας ότι δεν υπάρχει λόγος να είμαστε ανυπόμονοι με τον εαυτό μας επειδή πιάνουμε τον νου μας να κρίνει όλη την ώρα, ή επειδή είμαστε αναστατωμένοι ή φοβισμένοι, ή επειδή έχουμε ασκηθεί για λίγο καιρό χωρίς να δούμε κάποια θετική αλλαγή. Επιτρέπουμε στον εαυτό μας να έχει αυτές τις εμπειρίες. Γιατί; Επειδή τις έχουμε έτσι κι αλλιώς. Όταν εμφανίζονται, αποτελούν την πραγματικότητα μας, είναι μέρος της ζωής μας όπως αυτή ξεδιπλώνεται αυτή τη στιγμή. Έτσι, μεταχειριζόμαστε τον εαυτό μας όπως θα κάναμε με την πεταλούδα. Γιατί να βιαστούμε να προσπεράσουμε κάποιες στιγμές, προκειμένου να φτάσουμε κάποιες «καλύτερες»; Στο κάτω-κάτω, όλες τους αποτελούν τη ζωή μας στιγμή τη στιγμή. 

Όταν ασκούμαστε να μένουμε με τον εαυτό μας μ’ αυτόν τον τρόπο, ανακαλύπτουμε ότι ο νους μας «έχει τον δικό του νου». Μια από τις αγαπημένες του δραστηριότητες είναι να περιφέρεται στο παρελθόν και στο μέλλον, και να χάνεται μέσα στις σκέψεις. Κάποιες απ’ αυτές είναι ευχάριστες. Κάποιες άλλες είναι δυσάρεστες και γεννούν άγχος. Σε κάθε περίπτωση οι σκέψεις μας επηρεάζουν την επίγνωση μας. Τον περισσότερο χρόνο οι σκέψεις μας κατακλύζουν την αντίληψη της παρούσας στιγμής. Γίνονται η αιτία για να χάνουμε την επαφή μας με το παρόν. 

Όταν ο νους μας είναι αναστατωμένος, η επίκληση της υπομονής μπορεί να φανεί πολύ βοηθητική. Μπορεί να μας βοηθήσει να αποδεχτούμε την τάση που έχει ο νους να διασπάται δεξιά και αριστερά, ενώ συγχρόνως υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας ότι δεν είμαστε αναγκασμένοι να τον ακολουθούμε στις περιπλανήσεις του. Η εξάσκηση της υπομονής μας υπενθυμίζει ότι δεν είμαστε υποχρεωμένοι να γεμίζουμε κάθε λεπτό της ζωής μας με περισσότερες δραστηριότητες και σκέψεις, προκειμένου να την κάνουμε πιο πλούσια. Στην πραγματικότητα, μας βοηθά να θυμόμαστε ότι η αλήθεια βρίσκεται στο ακριβώς αντίθετο. Είναι κανείς υπομονετικός με το να είναι εντελώς ανοικτός κάθε στιγμή, αποδεχόμενος την πληρότητα της, γνωρίζοντας ότι όπως η πεταλούδα, τα πράγματα ξεδιπλώνονται μόνο στην ώρα τους. 

 

3.    Νους Αρχάριου

Ο πλούτος που περιέχεται στην εμπειρία της παρούσας στιγμής είναι ο πλούτος της ίδιας της ζωής. Πολύ συχνά επιτρέπουμε στις σκέψεις και στα πιστεύω μας να μας εμποδίσουν να δούμε τα πράγματα όπως πραγματικά είναι. Τείνουμε να εκλαμβάνουμε τα συνηθισμένα πράγματα ως δεδομένα, χάνοντας έτσι την ευκαιρία να δούμε την ομορφιά και την ιδιαιτερότητα που κρύβονται μέσα τους. Προκειμένου να μπορέσουμε να δούμε τον πλούτο της παρούσας στιγμής, χρειάζεται να καλλιεργήσουμε αυτό που ονομάζεται «νους αρχάριου», ένας νους που έχει τη διάθεση να δει τα πάντα σαν να τα βλέπει για πρώτη φορά. 

Η στάση αυτή φαίνεται πολύ βοηθητική όταν ασκούμαστε στον διαλογισμό προσοχής. Ένας ανοικτός, «αρχάριου» νους μας επιτρέπει να είμαστε δεκτικοί σε κάθε νέα δυνατότητα και μας προφυλάσσει από το να εγκλωβιστούμε στον ρόλο του ειδικού και του γνώστη, εκείνου που συχνά νομίζει ότι γνωρίζει πολύ περισσότερα απ’ ότι ισχύει στην πραγματικότητα.

Καμιά στιγμή δεν είναι ίδια με κάποια άλλη. Η κάθε μια είναι μοναδική και περιέχει μοναδικές δυνατότητες. Ο νους του αρχάριου μας υπενθυμίζει αυτήν την απλή αλήθεια. 

Θα μπορούσατε να πειραματιστείτε καλλιεργώντας τον δικό σας αρχάριο νου στη διάρκεια της καθημερινότητας. Την επόμενη φορά που θα δείτε κάποιον γνωστό σας, ρωτήστε τον εαυτό σας αν τον βλέπετε με φρέσκια ματιά, όπως πραγματικά είναι, ή τον βλέπετε μέσα από το πρίσμα των σκέψεων που έχετε κάνει γι’ αυτό το πρόσωπο. Δοκιμάστε το με τα παιδιά σας, τον σύντροφο σας, τους φίλους σας και τους συνεργάτες σας, με τον σκύλο σας ή τη γάτα σας αν έχετε. Δοκιμάστε το με προβλήματα όταν αυτά εμφανίζονται. Δοκιμάστε το όταν βρίσκεστε έξω στη φύση. Μπορείτε να κοιτάξετε τον ουρανό, τα αστέρια, τα δένδρα, το νερό και τις πέτρες, και να τα δείτε όπως πραγματικά είναι εκείνη τη στιγμή; Ή μπορείτε μόνο να τα δείτε μέσα απ’ το πέπλο των σκέψεων και απόψεων που έχετε ήδη μέσα σας;

 

     4.    Εμπιστοσύνη

Η εκδήλωση μιας βασικής εμπιστοσύνης στον εαυτό μας και στα αισθήματα μας αποτελεί αναφαίρετο κομμάτι της εκπαίδευσης στον διαλογισμό. Είναι πολύ καλύτερο να εμπιστεύεστε τη διαίσθηση σας και τη δυνατότητα διάκρισης που διαθέτετε – ακόμη κι αν κάνετε κάποια «λάθη» κατά την πορεία σας – απ’ το να ψάχνετε πάντοτε για καθοδήγηση έξω από σας. Αν κάποια στιγμή κάτι δεν σας φαίνεται εντάξει, γιατί να μην τιμήσετε τα αισθήματα σας; Γιατί θα πρέπει να τα ακυρώσετε και να μην τα λάβετε υπ’ όψη σας επειδή κάποια ομάδα ανθρώπων – ή όποιος άλλος – σκέφτεται διαφορετικά; Αυτή η στάση εμπιστοσύνης στον εαυτό και στη εγγενή μας σοφία και καλοσύνη είναι πολύ σημαντική στη άσκηση της προσοχής, στην καλλιέργεια της επίγνωσης. 

Μερικοί άνθρωποι που ασχολούνται με τον διαλογισμό εγκλωβίζονται τόσο πολύ στη φήμη του δασκάλου τους που δεν τιμούν καθόλου τα δικά τους αισθήματα και τη δική τους διαίσθηση. Πιστεύουν ότι ο δάσκαλος τους είναι πολύ σοφός και πολύ προχωρημένος, και νομίζουν ότι θα πρέπει να τον μιμηθούν και να κάνουν ό,τι τους λέει χωρίς καμιά αντίρρηση. Η στάση αυτή είναι εντελώς αντίθετη στο πνεύμα του διαλογισμού, το οποίο δίνει έμφαση στο να είμαστε ο εαυτός μας και να κατανοήσουμε τι σημαίνει αυτό. Όποιος μιμείται κάποιον άλλον, άσχετα ποιος είναι αυτός, πορεύεται σε λάθος κατεύθυνση. 

Είναι αδύνατο να γίνουμε σαν κάποιον άλλο. Η μόνη μας ελπίδα είναι να γίνουμε πλήρως ο εαυτός μας. Αυτός είναι και ο βασικός σκοπός της άσκησης του διαλογισμού. Δάσκαλοι, βιβλία, κασέτες μπορούν μόνο να είναι οδηγοί, σημάδια στο  δρόμο. Είναι σημαντικό να είμαστε ανοικτοί και δεκτικοί σε ό,τι μπορούμε να μάθουμε από ξένες πηγές, τελικά όμως πρέπει να ζήσουμε τη ζωή μας, κάθε της στιγμή. Ασκούμενοι στην προσοχή, ασκούμαστε στην ανάληψη ευθύνης να είμαστε ο εαυτός μας και στο να μάθουμε να ακούμε και να εμπιστευόμαστε την ύπαρξη μας. Όσο περισσότερο καλλιεργούμε αυτή την εμπιστοσύνη στην ύπαρξη μας, τόσο πιο εύκολα εμπιστευόμαστε τους άλλους και βλέπουμε την καλοσύνη που βρίσκεται μέσα τους. 

 

5.    Απροσπάθεια

Σχεδόν ο,τιδήποτε κάνουμε το κάνουμε για κάποιο λόγο, να αποκτήσουμε κάτι ή να φτάσουμε κάπου. Για τον διαλογισμό όμως, μια τέτοια στάση είναι αληθινό εμπόδιο. Αυτό συμβαίνει γιατί ο διαλογισμός διαφέρει απ’ όλες τις άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες. Παρ’ ότι απαιτεί πολύ εργασία και ενός είδους ενέργεια, στην πραγματικότητα ο διαλογισμός είναι μία μη-πράξη. Δεν έχει άλλο στόχο απ’ το να μας βοηθήσει να είμαστε ο εαυτός μας. Η ειρωνία είναι ότι είμαστε ήδη ο εαυτός μας. Αυτό ακούγεται παράδοξο και λιγάκι τρελό. Ωστόσο, η παραδοξότητα αυτή μπορεί να μας βοηθάει να δούμε μ’ έναν διαφορετικό τρόπο τον εαυτό μας, έναν τρόπο στον οποίο προσπαθούμε λιγότερο και είμαστε περισσότερο. Αυτό έρχεται καλλιεργώντας συνειδητά τη στάση της απροσπάθειας. 

Για παράδειγμα, αν καθήσετε να διαλογιστείτε και σκέφτεστε, «Θα χαλαρώσω, ή θα φωτιστώ, ή θα ελέγξω τον πόνο μου, ή θα γίνει καλύτερος», τότε έχετε βάλει μια ιδέα στο μυαλό σας για το πώς θα έπρεπε να είστε, και μαζί μ’ αυτή την ιδέα ότι δεν είστε εντάξει έτσι όπως είστε αυτή τη στιγμή. «Αν κατάφερνα να είμαι πιο ήρεμος, ή πιο έξυπνος, ή περισσότερο το ένα ή το άλλο, αν η καρδιά μου ήταν πιο υγιής ή το γόνατο μου σε καλύτερη κατάσταση, τότε θα ήμουν εντάξει. Όμως, αυτή τη στιγμή δεν είμαι». 

Η στάση αυτή υπονομεύει την καλλιέργεια της προσοχής, η οποία συνίσταται στο να προσέχουμε απλώς αυτό που συμβαίνει. Αν βρίσκεστε σε ένταση, τότε απλά προσέξτε την ένταση. Αν πονάτε, τότε μείνετε με τον πόνο όσο καλύτερα μπορείτε. Αν κρίνετε τον εαυτό σας, τότε παρατηρήστε τη δραστηριότητα του νου που κρίνει. Απλά κοιτάξτε. Να θυμάστε, ότι απλά επιτρέπουμε σ’ αυτό που βιώνουμε να υπάρχει εδώ και τώρα, γιατί υπάρχει έτσι κι αλλιώς. 

Όπως θα δείτε μέσα από τη δική σας άσκηση, ο καλύτερος τρόπος για να πετυχαίνουμε τους στόχους μας είναι να μην προσπαθούμε για αποτελέσματα, αλλά να προσπαθούμε να εστιάσουμε την προσοχή μας και να δούμε και να αποδεχτούμε τα πράγματα όπως είναι, κάθε στιγμή. Με υπομονή και επιμελή άσκηση, η κίνηση προς τους στόχους μας γίνεται από μόνη της. Η κίνηση αυτή ξεδιπλώνεται μέσα μας, με τη βοήθεια της δικής μας στάσης της απροσπάθειας.

 

6.    Αποδοχή

Αποδοχή σημαίνει να βλέπουμε τα πράγματα όπως πράγματι είναι στο παρόν. Αν έχετε πονοκέφαλο, αποδεχτείτε ότι έχετε πονοκέφαλο. Αν είστε υπέρβαρος, γιατί να μην το αποδεχτείτε ως μια περιγραφή του σώματος σας αυτή τη στιγμή; Αργά ή γρήγορα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τα πράγματα ως έχουν και να τα αποδεχτούμε, είτε πρόκειται για μια διάγνωση καρκίνου είτε για το θάνατο κάποιου γνωστού μας. Συχνά, η αποδοχή έρχεται μόνο αφού έχουμε περάσει περιόδους με έντονα συναισθήματα άρνησης και έπειτα θυμού. Αυτά τα στάδια αποτελούν φυσική διαδοχή στη διαδικασία αντιμετώπισης εκείνου που μας προβληματίζει. Αποτελούν μέρος της διαδικασίας ίασης. 

Ωστόσο, αν εξαιρέσουμε τις μεγάλες δυστυχίες οι οποίες απαιτούν συνήθως αρκετό χρόνο για να ξεπεραστούν, στη διάρκεια της καθημερινότητας χάνουμε συχνά αρκετή ενέργεια αρνούμενοι και αντιστεκόμενοι σ’ αυτό που είναι ήδη γεγονός. Όταν λειτουργούμε μ’ αυτόν τον τρόπο, προσπαθούμε ουσιαστικά να πιέσουμε τις καταστάσεις προς την κατεύθυνση που εμείς θέλουμε, δημιουργώντας έτσι περισσότερη ένταση. Αυτό εμποδίζει τελικά την θετική αλλαγή να συμβεί. Μπορεί να είμαστε τόσο απασχολημένοι αρνούμενοι και πιέζοντας προς την κατεύθυνση που θέλουμε, ώστε μας μένει πολύ λίγη ενέργεια για ίαση και ανάπτυξη, ενέργεια που επίσης αδυνατούμε να αξιοποιήσουμε λόγω έλλειψης επίγνωσης. 

Αν είστε υπέρβαρος και αισθάνεστε άσχημα για το σώμα σας, δεν είναι καλό να περιμένετε μέχρις ότου θα έχετε το βάρος που θα θέλατε για να αρχίσετε να συμπαθείτε το σώμα σας και τον εαυτό σας. Είναι πολύ σημαντικό να καταλάβετε ότι είναι σωστό να αγαπάτε τον εαυτό σας όπως είναι τώρα, γιατί είναι  η μόνη ώρα που μπορείτε να αγαπήσετε τον εαυτό σας. Να θυμάστε ότι το τώρα είναι η μόνη ώρα που έχουμε στη διάθεση μας για οτιδήποτε. Θα πρέπει να αποδεχτείτε το εαυτό σας όπως είναι πριν μπορέσετε να τον αλλάξετε κατά οποιονδήποτε τρόπο. 

Όταν αρχίσετε να σκέφτεστε μ’ αυτόν τον τρόπο, το χάσιμο του βάρους γίνεται λιγότερο σημαντικό. Γίνεται επίσης πολύ πιο εύκολο. Καλλιεργώντας συνειδητά την αποδοχή, δημιουργείτε τις προϋποθέσεις της ίασης. 

Αποδοχή δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να σας αρέσουν τα πάντα, ή ότι θα πρέπει να πάρετε παθητική στάση απέναντι στο κάθε τι και να εγκαταλείψετε τις αρχές και τις αξίες σας. Δεν σημαίνει ότι ικανοποιήστε με τα πράγματα ως έχουν, ή ότι παραιτήστε και ανέχεστε τα πράγματα όπως «πρέπει να είναι». Δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να σταματήσετε να προσπαθείτε για την αλλαγή των αυτό-καταστροφικών συνηθειών, ή να εγκαταλείψετε την επιθυμία σας για αλλαγή και ανάπτυξη, ή ότι θα πρέπει να ανέχεστε την αδικία και να πάψετε να ασχολείστε με την αλλαγή του κόσμου γύρω σας, γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα και συνεπώς δεν υπάρχει καμιά ελπίδα. Η αποδοχή για την οποία μιλούμε σημαίνει απλά ότι εκδηλώνετε τη διάθεση σας να δείτε τα πράγματα όπως πραγματικά είναι. Η στάση αυτή βάζει τις βάσεις για σωστή δράση στη ζωή σας, άσχετα από το τι συμβαίνει. Υπάρχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες να γνωρίζετε τι πρέπει να κάνετε, και να έχετε την εσωτερική βεβαιότητα να δράσετε όταν έχετε μια καθαρή εικόνα του τι πραγματικά συμβαίνει, απ’ όταν η οπτική σας εμποδίζεται από τις κρίσεις, τις επιθυμίες, τους φόβους και τις προϊδεάσεις του μυαλού σας. 

Στην άσκηση του διαλογισμού, καλλιεργούμε την αποδοχή παίρνοντας την κάθε στιγμή όπως έρχεται, και μένοντας μαζί της πλήρως. Δεν προσπαθούμε να επιβάλουμε τις ιδέες μας για το πώς θα έπρεπε να αισθανόμαστε ή να σκεφτόμαστε ή να βλέπουμε την εμπειρία μας, αλλά απλά υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας να είναι δεκτικός και ανοικτός σε οτιδήποτε αισθανόμαστε, σκεφτόμαστε, ή βλέπουμε, και να το αποδέχεται γατί αυτό βρίσκεται εδώ, τώρα. Αν κρατήσουμε την προσοχή μας εστιασμένη στο παρόν, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για ένα πράγμα, ότι κάθε τι που βιώνουμε αυτή τη στιγμή θα αλλάξει, και αυτό μας δίνει την δυνατότητα να εφαρμόσουμε την αποδοχή σε οτιδήποτε εμφανιστεί την επόμενη στιγμή. Υπάρχει αναμφίβολα μεγάλη σοφία στην καλλιέργεια της αποδοχής. 

 

7.    Άφημα

Στην Ινδία λένε ότι υπάρχει ένας ιδιαίτερα έξυπνος τρόπος για να πιάνουν τις μαϊμούδες. Οι κυνηγοί κάνουν μια τρύπα σε μια καρύδα, τόσο μεγάλη όσο να χωράει το χέρι της μαϊμούς. Έπειτα κάνουν δυο μικρότερες τρύπες στην άλλη μεριά της καρύδας, περνούν ένα σύρμα και την δένουν στη βάση ενός δένδρου. Στη συνέχεια βάζουν μια μπανάνα στο εσωτερικό της καρύδας και κρύβονται. Η μαϊμού κατεβαίνει απ’ τα δένδρα, βάζει το χέρι της και πιάνει την μπανάνα. Η τρύπα όμως στην καρύδα είναι τόσο μεγάλη ώστε να χωράει το ανοικτό χέρι της να βγει, όχι όμως σφιγμένο γροθιά, ή κρατώντας την μπανάνα. Το μόνο που έχει να κάνει η μαϊμού για να ελευθερωθεί είναι να αφήσει την μπανάνα. Όμως, οι περισσότερες δεν το κάνουν. 

Πολύ συχνά ο νους μας παγιδεύεται μ’ έναν πού παρόμοιο τρόπο. Για το λόγο αυτό, η καλλιέργεια του αφήματος, ή της μη-προσκόλησης, είναι βασικά άσκηση της προσοχής. Όταν ξεκινάμε να προσέχουμε την εσωτερική μας εμπειρία, γρήγορα ανακαλύπτουμε ότι υπάρχουν μερικές σκέψεις, κάποια συναισθήματα, και κάποιες καταστάσεις, στις οποίες ο νους φαίνεται να θέλει να προσκολληθεί. Αν είναι ευχάριστες, προσπαθούμε να τις κάνουμε να κρατήσουν πολύ, τις θρέφουμε για να ζήσουν περισσότερο. 

Κατά τον ίδιο τρόπο υπάρχουν σκέψεις, συναισθήματα και εμπειρίες που θέλουμε να ξεφορτωθούμε ή να παρεμποδίσουμε, προστατεύοντας τον εαυτό μας γιατί τις θεωρούμε δυσάρεστες, οδυνηρές και τρομακτικές. 

Στην άσκηση του διαλογισμού δεν ακολουθούμε την τάση να αποδεχόμαστε κάποιες πλευρές της εμπειρίας μας και να απορρίπτουμε κάποιες άλλες. Αντίθετα, αφήνουμε την εμπειρία μας να είναι αυτή που είναι, και την παρατηρούμε στιγμή τη στιγμή. Το άφημα είναι ένας τρόπος να επιτρέπουμε στα πράγματα να είναι, ή να αποδεχόμαστε τα πράγματα όπως είναι. Όταν παρατηρούμε τον νου μας να συγκρατεί ή να διώχνει, υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας να αφήσει αυτή τη στάση, μόνο για να δούμε τι θα συμβεί αν το κάνουμε. Όταν πιάνουμε τον εαυτό μας να κρίνει την εμπειρία μας, απλά αφήνουμε αυτές τις σκέψεις κριτικής. Τις αναγνωρίζουμε γι’ αυτό που είναι και δεν τις συνεχίζουμε περισσότερο. Τις επιτρέπουμε να υπάρχουν, και μ’ αυτόν τον τρόπο τις αφήνουμε να φύγουν. Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν σκέψεις του παρελθόντος ή του μέλλοντος εμφανίζονται, τις αφήνουμε να φύγουν. Απλά παρατηρούμε. 

Αν μας είναι ιδιαίτερα δύσκολο να αφήσουμε κάτι εξ’ αιτίας της επίδρασης που ασκεί στον νου μας, μπορούμε να στρέψουμε την προσοχή μας στο πώς μας κάνει να αισθανόμαστε το «κράτημα» του. Το κράτημα είναι το αντίθετο του αφήματος. Μπορούμε να γίνουμε ειδικοί στις προσκολλήσεις μας, στις συνέπειες που έχουν στη ζωή μας, καθώς και στο πώς νοιώθουμε όταν τις αφήνουμε να φύγουν. 

Στην πραγματικότητα, το άφημα δεν είναι μια άγνωστη για μας εμπειρία. Το κάνουμε κάθε βράδυ όταν πάμε για ύπνο. Σβήνουμε τα φώτα, ξαπλώνουμε σ’ ένα ήσυχο μέρος, και αφήνουμε σώμα και νου. Αν δεν μπορέσουμε να τα αφήσουμε, δεν θα μπορέσουμε να κοιμηθούμε. 

Αρκετοί από μας έχουν βιώσει την περίπτωση ο νους να μην ησυχάζει όταν πάνε για ύπνο. Είναι ένα απ’ τα πρώτα σημάδια αυξημένου άγχους. Τέτοιες στιγμές μπορεί να αδυνατούμε να απελευθερωθούμε από κάποιες σκέψεις, γιατί απλά η σχέση μας μαζί τους είναι πολύ δυνατή. Αν πιέσουμε τον εαυτό μας να κοιμηθεί, κάνουμε τα πράγματα ακόμη χειρότερα. Κατά συνέπεια, αν μπορείτε να κοιμάστε, είστε ήδη ένας ειδικός στο άφημα. Το επόμενο βήμα είναι να χρησιμοποιείτε αυτή τη δεξιότητα όταν είστε ξύπνιος, σε δραστηριότητες της καθημερινής ζωής.