ZEN‎ > ‎

Ψυχολογικές Διαστάσεις του ΖΕΝ

Ένα συχνό ερώτημα που τίθεται όσον αφορά το Ζεν -και τις ανάλογες πρακτικές- είναι, γιατί, για ποιον λόγο αξίζει ή θα πρέπει κάποιος να ασχοληθεί μαζί του. Η απάντηση αποτελεί το κεντρικό σημείο του Ζεν και έχει να κάνει με αυτό που ονομάζουμε "πόνο" της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν είναι ο σωματικός, αλλά μάλλον ο ψυχολογικός πόνος, μια αίσθηση που μπορεί να κυμαίνεται από την έλλειψη εσωτερικής ικανοποίησης και ηρεμίας, μέχρι ένα αίσθημα κατάθλιψης, απογοήτευσης, και ακηδίας. Σύμφωνα με την ψυχολογία του Ζεν, αιτία του προβλήματος είναι η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο νους, και λύση του, η επαναφορά του στην αρχική και ουσιαστική του φύση.

Οι τρεις "πικρές" ρίζες οι οποίες δηλητηριάζουν τον νου λέγονται, επιθυμία, μίσος και πλάνη. Ενώ η ουσιαστική του φύση είναι χωρίς όρια άνοιγμα, επίγνωση, και ευαισθησία, δεν μπορεί να εκδηλωθεί γιατί καλύπτεται κάτω από την κατάσταση που δημιουργούν τα "τρία δηλητήρια". Ένα φωτισμένο ή αφυπνισμένο άτομο αντιλαμβάνεται τον κόσμο χωρίς προϊδεάσεις και συνεπώς χωρίς διαστρεβλώσεις. Η αντίληψη του χαρακτηρίζεται από τις τρεις αυτές βασικές ιδιότητες, και είναι γεμάτη καθαρότητα, απλότητα, και ακρίβεια. Στον αντίποδα αυτής της καθαρής αντίληψης βρίσκεται αυτό που θα ονομάζαμε "άγνοια" και το οποίο αποτελεί την σημαντικότερη αιτία του προβλήματος. Λόγω της "άγνοιας" αντιδρούμε στην καθημερινή επαφή μας με τη ζωή, με έναν από τους τρεις τρόπους.

Ο πρώτος είναι η προσκόλληση μας στα πράγματα και η λύπη που φέρνει η απομάκρυνσή τους. Θα τον ονομάζαμε επιθυμία να έχουμε αυτό που μας αρέσει. Ο δεύτερος είναι η αποστροφή μας από τα πράγματα που δεν θέλουμε και η λύπη που φέρνει η αναγκαστική παρουσία τους στη ζωή μας. Θα τον ονομάζαμε μίσος ή αποστροφή για όσα μας είναι δυσάρεστα. Ο τρίτος χαρακτηρίζεται από νωθρότητα και αδιαφορία, όπως όταν δεν ξέρουμε τι αληθινά θέλουμε. Θα τον ονομάζαμε πλάνη ή σύγχυση στη σχέση μας με τη ζωή.

Στον αντίποδα αυτών των τριών "πικρών" ριζών βρίσκονται τρεις "γλυκές" ρίζες: η μη-επιθυμία, η μη-αποστροφή, και η μη-πλάνη, οι οποίες παρ' ότι ορίζονται αρνητικά, αποτελούν τις θετικές δυνάμεις της ζωής μας. Όλες οι ψυχικές μας καταστάσεις προκύπτουν από κάποια απ' αυτές τις έξι συνολικά ρίζες, οι οποίες με άλλα λόγια καθορίζουν αυτήν την ίδια την ύπαρξη της ψυχολογικής μας ζωής. Κατά συνέπεια, μπορούν να χρησιμεύσουν σε μια αποτελεσματική διάγνωση του υπάρχοντος προβλήματος.

Στο σημείο αυτό έχει ενδιαφέρον να δούμε μερικά στοιχεία από τη δυτική ψυχοθεραπεία και πιο συγκεκριμένα τη θεωρία του Carl Rogers. Σύμφωνα με αυτή, προκειμένου να "λειτουργήσει" η θεραπεία, θα πρέπει ο θεραπευτής να εκδηλώσει μέσα στη θεραπευτική σχέση τρεις όρους-συμπεριφορές: ενσυναίσθηση, χωρίς όρους αποδοχή και γνησιότητα. Οι τρεις αυτοί όροι έχουν μια άμεση αντιστοιχία με τις τρεις "πικρές" ρίζες που αναφέραμε πιο πάνω. Στην πραγματικότητα, αποτελούν τα αντίδοτα τους.

Έτσι, η ενσυναίσθηση είναι το αντίδοτο στο μίσος, στη στάση αποστροφής προς κάθε τι που δεν το θέλουμε στον ψυχολογικό και φυσικό μας χώρο. Η ενσυναίσθηση "θέλει" να καταλάβει, να συναισθανθεί τον άλλον τόσο βαθιά, σαν να ήταν μέσα του. Είναι ακριβώς αντίθετη της αποστροφής.

Η χωρίς όρους αποδοχή είναι το αντίθετο της επιθυμίας. Μπορεί αυτό να μην φαίνεται με την πρώτη ματιά, αλλά μόνον όταν θυμηθούμε ότι η επιθυμία έχει την έννοια της προσκόλλησης και κατακράτησης του επιθυμητού αντικειμένου. Η χωρίς όρους αποδοχή εμπεριέχει απόλυτο σεβασμό της ελευθερίας και της ιδιαιτερότητας του άλλου. Είναι ακριβώς αντίθετη της προσκόλλησης και του περιορισμού.

Τέλος, η γνησιότητα είναι το αντίδοτο στην πλάνη. Η πλάνη έχει όπως είπαμε την έννοια της σύγχυσης, η οποία συνεπάγεται την ασυμφωνία ανάμεσα σε αυτό που λέει και κάνει κάποιος, ή ανάμεσα σ' αυτό που είναι αληθινά και σ' αυτό που παρουσιάζεται να είναι. Η γνησιότητα χαρακτηρίζεται από καθαρότητα αντίληψης, έλλειψη παγιωμένων απόψεων, εναρμόνιση με τη ροή στιγμή τη στιγμή, και το να "είναι κάποιος ο εαυτός του."

Βλέπουμε δηλαδή ότι οι τρεις θεραπευτικοί όροι του Rogers είναι οι "γλυκές" ρίζες, τα αντίδοτα στις "πικρές" ρίζες που γεννούν την άγνοια και τη δυστυχία στον άνθρωπο. Ο θεραπευτής πρέπει να εκδηλώσει αυτούς του όρους μέσα στη σχέση, ώστε να μπορέσει να ενεργοποιηθεί η τάση πραγμάτωσης του πελάτη, ή με άλλα λόγια, να έρθει στην επιφάνεια η Ουσία της ύπαρξης του.

Όπως στην ψυχολογία του Ζεν, έτσι και ο Rogers υποστηρίζει ότι για να έχουμε το αποτέλεσμα που θέλουμε θα πρέπει και οι τρεις όροι να συνυπάρχουν. Αν έστω και ένας λείπει, το όλο πράγμα δεν λειτουργεί. Ή αλλιώς, οι τρεις αυτοί όροι είναι "αναγκαίοι και ικανοί" να φέρουν στην επιφάνεια την κρυμμένη Ουσία του ανθρώπου.

Τι γίνεται όμως με την πρακτική εφαρμογή; Αν στα πλαίσια της συμβουλευτικής του Rogers, είναι ο θεραπευτής που αναλαμβάνει την ευθύνη να εκδηλώσει τους αναγκαίους όρους -και έτσι να βοηθήσει τον πελάτη-, τι γίνεται με την άσκηση στο Ζεν; Πώς δημιουργούνται τα αντίδοτα στις "πικρές" ρίζες;

Το κατ' εξοχή πρακτικό μέσο στο Ζεν είναι το ζαζέν, ο καθιστός διαλογισμός ή απλά "κάθισμα". Παρ' ότι χρησιμοποιείται ο όρος διαλογισμός, δεν θα πρέπει να συγχέεται με τις άλλες μορφές πρακτικής που φέρνουν το ίδιο όνομα. Οι λόγοι είναι πολλοί, αλλά δεν είναι του παρόντος να αναφερθούν. Εκείνο που πρέπει να διευκρινίσουμε είναι το τι κάνουμε κατά τη διάρκεια του ζαζέν και γιατί αυτό μπορεί να είναι θεραπευτικό για τον ασκούμενο.

Συνήθως, στα αρχικά στάδια της άσκησης στο ζαζέν δίνεται έμφαση -πολλές φορές πολύ μεγάλη- στη συγκέντρωση του νου. Σαν την αεικίνητη μαϊμού, θα πρέπει να εκπαιδευτεί να μένει σχετικά ακίνητος και ήρεμος, ώστε να μην δημιουργεί όλη αυτή τη φασαρία και δυστυχία μέσα στο κεφάλι μας. Αυτό είναι πράγματι αναγκαίο. Όμως, είναι μεγάλο λάθος να νομίζουμε ότι αυτή είναι όλη η πρακτική μας και ότι το μόνο ζητούμενο είναι ένας ήσυχος και ήρεμος νους. Η πρακτική του ζαζέν αφορά στην ολότητα της ύπαρξης μας, σε όλον τον ψυχολογικό μηχανισμό, ο οποίος μέσα από τις τρεις "πικρές" ρίζες δημιουργεί τους αναρίθμητους συνδυασμούς του προσωπικού μας δράματος.

Όταν κατά τη διάρκεια του ζαζέν ο νους ηρεμήσει σε βαθμό που να επιτρέπει στην προσοχή μας να απλωθεί στην παρούσα στιγμή, τότε τα τρία αντίδοτα όπως περιγράφονται στην θεωρία του Rogers, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν. Οτιδήποτε εμφανίζεται στην οθόνη της προσοχής μας θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με την ίδια στάση, με τους τρεις όρους: με ενσυναίσθηση, χωρίς όρους αποδοχή, γνησιότητα. Κάθε κομμάτι του εαυτού μας που ζητά εκείνη τη στιγμή την προσοχή μας, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται μέσα απ' αυτή τη στάση.

Για παράδειγμα, αν κάποιος φόβος κάνει δειλά την παρουσία του, σκοπός μας δεν είναι να τον αγνοήσουμε, να το πιέσουμε να κρυφτεί, ή να ταυτιστούμε μαζί του και να χαθούμε μέσα του. Όπως ο θεραπευτής σε μια θεραπευτική σχέση, θα πρέπει να δείξουμε προς αυτό το κομμάτι μέσα μας που φοβάται, τους τρεις πιο πάνω όρους. Με την ενσυναίσθηση προσπαθούμε να το νοιώσουμε όσο πιο βαθιά γίνεται, με την αποδοχή του επιτρέπουμε να υπάρχει όπως αυτό θέλει, με την γνησιότητα δεν κρυβόμαστε πίσω απ' το δάχτυλο μας ότι δεν είναι εκεί. Όταν καταφέρουμε να μείνουμε μαζί του με αυτόν τον τρόπο, κάτι αλλάζει, ο σφιχτός κόμπος που φαινόταν άλυτος αρχίζει από μόνος του να χαλαρώνει, η πληγή που έμενε ανοιχτή και πονούσε αρχίζει να γιατρεύεται. Γιατί; Τι έγινε;

Στην πραγματικότητα, έστω και για λίγο, καταφέραμε να χρησιμοποιήσουμε τα αντίδοτα στις τρεις "πικρές" ρίζες, στην πιο βασική τους μορφή λειτουργίας, πάνω στον ίδιο μας τον εαυτό. Όταν η πρακτική μας στο ζαζέν προχωρήσει, βλέπουμε ότι υπάρχουν μέσα μας τεράστια κομμάτια τα οποία τα αρνούμαστε ή τα αποφεύγουμε συστηματικά, άλλα τα οποία μας συνεπαίρνουν και χανόμαστε μέσα τους, και άλλα τα οποία βρίσκονται στο σκοτάδι της ασυνειδησίας. Εκεί βρίσκεται η πρώτη επίδραση από τις "πικρές" ρίζες μέσα μας, στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Και εκεί είναι που πρωταρχικά χρειάζεται η εφαρμογή των τριών αντίδοτων: στον τρόπο με τον οποίο στεκόμαστε απέναντι στα διάφορα κομμάτια μέσα μας.

Με αυτόν τον τρόπο ιδωμένη η πρακτική του ζαζέν, δεν μοιάζει και τόσο με αυτό που πιθανώς γνωρίζουμε για διαλογισμό, αλλά μάλλον με κάποια μορφή ψυχοθεραπείας. Και είναι πράγματι "θεραπεία για έναν", θεραπεία που κάνει κάποιος στον εαυτό του χωρίς την απαραίτητη παρουσία ενός εξωτερικού θεραπευτή. Στο ζαζέν καλούμαστε να γίνουμε ο θεραπευτής της ίδιας μας της ψυχής, να πάρουμε την κεντρική θέση που μπορεί να ακούσει και να αγκαλιάσει όλες τις πλευρές, δείχνοντας τους τρεις όρους της ενσυναίσθησης, της αποδοχής, και της γνησιότητας.

Όταν αυτό μπορέσει να γίνει απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό, όταν μπορέσουμε να αγαπήσουμε και να αποδεχτούμε αυτό που υπάρχει μέσα μας, τότε μπορούμε να εκδηλώσουμε την ίδια στάση προς κάθε κατεύθυνση, προς κάθε άνθρωπο. Είναι οξύμωρο έως και σχιζοφρενικό να θέλουμε να κρατήσουμε προς τους άλλους μια στάση που δεν την κρατάμε πρώτα απέναντι στον εαυτό μας. Αν δεν μπορώ να αποδεχτώ τα δικά μου κομμάτια πόνου, ασχήμιας, και δυστυχίας, πώς μπορώ να τα αποδεχτώ στον άλλον;

Στο δρόμο του Ζεν υπάρχουν δύο κεντρικά σημεία: το ζαζέν και ο δάσκαλος. Αν έχουμε την τύχη ενός δασκάλου, ενός "καλού φίλου", τότε η σχέση μαζί του ολοκληρώνει απόλυτα τη λειτουργία του ζαζέν. Όπως και σε μια θεραπευτική συνεδρία όπου η σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στον πελάτη και τον θεραπευτή είναι από μόνη της θεραπευτική, έτσι συμβαίνει και στη σχέση δασκάλου-μαθητή. Στην πραγματικότητα, ο δάσκαλος είναι ο θεραπευτής, όπως ο ίδιος ο ιστορικός Βούδας ονόμασε τον εαυτό του. Απλά θα μπορούσαμε να πούμε ότι όπως το ζαζέν είναι "θεραπεία για έναν", μια καλή σχέση δασκάλου-μαθητή ή πελάτη-θεραπευτή είναι "διαλογισμός για δύο".